Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λυτήριος" on this wiki. See also the other search results found.

  • σωστικός, σε Αισχύλ.· με γεν., τῶνδ' ἐμοὶ λυτήριος, λυτρωτής μου από αυτά τα πράγματα, στον ίδ.· ἐκθανάτου λυτήριος, σε Ευρ. II. λύτρον, αποζημίωση, εξόφληση
    6 KB (459 words) - 12:05, 26 February 2019
  • adj. V. καθάρσιος, λυτήριος. Look up expiatory on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full
    149 bytes (21 words) - 09:39, 21 July 2017
  • adj. V. ἀκεσφόρος, λυτήριος, Ar. and V. παιώνιος. Stopping pain: V. παυσίλυπος. subs. P. and V. ἴαμα, τό, ἴασις, ἡ, V. ἄκος, τό. Ar. ἐξάκεσις, ἡ. Look
    366 bytes (43 words) - 09:42, 21 July 2017
  • Ar. and P. φειδωλός. Bringing safety: P. and V. σωτήριος. Delivering: V. λυτήριος, ἐκλυτήριος. Look up saving on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    453 bytes (48 words) - 10:00, 21 July 2017
  • adj. V. λυτήριος, ἐκλυτήριος. Saving: P. and V. σωτήριος. Look up delivering on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    212 bytes (26 words) - 09:26, 21 July 2017
  • adj. V. παυστήριος, λυτήριος. Relieving pain: V. παυσίλυπος, νώδυνος. Look up relieving on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    234 bytes (26 words) - 09:49, 21 July 2017
  • Liebeszauber. κήλημα: τό, μαγικὸν θέλγητρον, Ἴβυκ. 2, Εὐρ. Τρῳ. 893· πρβλ. λυτήριος. ατος (τό) : charme magique ; charme, séduction. Étymologie: κηλέω.
    2 KB (101 words) - 10:00, 11 February 2019
  • λῠτηριάς: -άδος, ἡ, = λύτειρα, Ὀρφ. 13. 8. λυτηριάς, -άδος, ἡ (Α) λυτήριος λύτειρα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    673 bytes (32 words) - 07:34, 29 September 2017
  • ἀντίθ. τῷ νήφω, Θέογν. 478, 627· ἀκολούθως παρὰ Πινδ., καὶ Ἀττ. (πρβλ. λυτήριος)· μ. ὑπὸ τοῦ οἴνου, ἐκ τῆς μέθης Ξεν. Συμπ. 2, 26, Διόδ. 16. 19· τὸ μεθύειν
    11 KB (1,049 words) - 14:05, 3 October 2019
  • )λυτήρ, -ῆρος m. liberator, looser, arbiter (A., E., hell. inscr.) with (ἐκ-)λυτήριος loosing, liberating (Hp., trag.); λυτήριον = λύτρον (Pi., A. R.), but καταλυτήριον
    89 KB (8,872 words) - 14:01, 3 October 2019
  • освобождающий = ἐλευθέριος, λυτήριος, λύσιος, λύσιμος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota |
    105 bytes (40 words) - 22:15, 13 October 2019
  • спасительный = πόριμος, σωτήριος, λυτήριος, ἀρωγός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict
    101 bytes (40 words) - 09:35, 15 October 2019
  • исцелимый = θεραπευτός, ἰάσιμος, ἰήσιμος, ἰατός, ὑγιαντός, ἀκεστός, λυτήριος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    169 bytes (43 words) - 15:15, 14 October 2019
  • избавляющий = ἐλευθέριος, ἀπαλλακτικός, λυτήριος, ἐπίρροθος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    123 bytes (40 words) - 14:55, 14 October 2019
  • θλῖψις, λύπη, Δίων Κ. 55. 17· περὶ τοῦ ἐν Σοφ. Τρ. 554 λυτήριον λύπημα ἴδε λυτήριος. ατος (τό) : sujet d’affliction. Étymologie: λυπέω. -ήματος και -ημάτου
    2 KB (148 words) - 03:50, 10 January 2019
  • целительный = ἰατρικός, ὑγιηρός, πολυφάρμακος, λυτήριος, ἐσθλός, ἐσλός, παιώνιος, ἀκεστήρ, φαρμακώδης, ἀκέσιμος, ὑγιαστικός, ἤπιος Look up in: Google
    286 bytes (48 words) - 18:35, 18 October 2019