Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λῇ" on this wiki. See also the other search results found.

  • sources: λῇς, etc., v. λῶ. v. *λάω. λῇ: 3 л. sing. praes. к λάω II. λῇ: λῇς, κτλ.· ἴδε ἐν λ. λάω Β. λῇ: γʹ ενικ. του λάω (Β).
    480 bytes (36 words) - 14:15, 3 October 2022
  • μόνο σε ενεστ., = θέλω, εύχομαι, επιθυμώ· λῶ, λῇς, λῇ, λῶμες, λῆτε, λῶντι· βʹ και γʹ ενικ. υποτ. λῇς, λῇ, ευκτ. γʹ ενικ. λῴη· απαρ. λῆν· μτχ. τῷ λῶντι.
    9 KB (933 words) - 13:47, 3 October 2022
  • λῇς… τῆδε καθίξας… συρίσδεν; Theoc. 1.12; 3sg., λῇ… λαβεῖν; Epich.170.8: 1pl., ἁμές γε λῶμες αἴ τις… λῇ τοῦτ' ἀποδόμεν Ar.Lys.1162; 3pl., ἐπιλέγω τοῖς θεοῖς
    7 KB (709 words) - 14:15, 3 October 2022
  • Click links below for lookup in third sources: ον, v. λαοφόρος. λῇ, λῇς, etc., v. λῶ. ληβόλε· λιθοβόλε, ἄξιε λιθασθῆναι, Hsch. ληβολία· δημοσία κοπρία
    3 KB (209 words) - 13:53, 3 October 2022
  • Theoc.5.64, αἰ πὸτ ἀριθμόν τις περισσόν, αἰ δὲ λῇς πὸτ ἄρτιον, ποτθέμειν λῇ ψᾶφον ... si a un número impar, o si quieres par, se quiere añadir una piedrecita
    9 KB (1,012 words) - 12:25, 3 October 2022
  • making booty, plundering `(Hdt. 5, 6; Porzig Satzinhalte 182); 3. *ληισμός in λῃ(ι)σμαδία αἰχμάλωτος, λεληισμένη H. - 4. ληϊστήρ, λῃστήρ m. plunderer, pirate
    17 KB (1,566 words) - 13:50, 3 October 2022
  • unterscheiden λάω, dorisch , ich will, nur erhalten in den Formen λῶ, λῇς, λῇ, plur. λῶμες, λῶντι, Ar. Ach. 714. 731. 737. 753 Lys. 95. 1105. 1162. 1188
    1 KB (153 words) - 10:10, 6 January 2021
  • ρήμα πρέπει να αναφερθούν και οι τύποι χρῇς, χρῇ (σχηματισμένοι όπως τα λῇς, λῇ από λάω, διψῇς, διψῇ, πεινῇς, πεινῇ από διψάω, πεινάω αντίστοιχα) = χρῄζω
    67 KB (7,956 words) - 11:15, 2 October 2022
  • 4(3).59, Ar.l.c.; αἰ δέ κα . . ὁ ἐπιβάλλων ἡβίονσαν λείονσαν ὀπυίεθθαι μὴ λῇ ὀπυίεν if . . the man whose right it is does not wish to marry her, though
    12 KB (1,270 words) - 17:45, 2 October 2022
  • bei Ap. Rh. 4, 400. – Adj. verb. s. unten. S. auch λεΐζομαι. – Das act. ληΐ. ζω hat Zon.; auch findet es sich als v.l. des med. bei Thuc. 3, 85. 4, 41
    7 KB (618 words) - 16:25, 19 August 2022
  • = ληϊστήρ, Od. 15, 426; Nic. Ther. 347 u. oft bei a. sp. D., auch adj., ληΐ. στορι χαλκῷ Maced. 31 (IX, 649). ορος (ὁ) : pillard. Étymologie: v. ληϊστήρ
    1 KB (99 words) - 13:35, 14 September 2021
  • Boeot.?). For the same reason the semantically attractive connection with λήϊ-τος, ληΐτη and λῄτη ἱέρεια', λειτουργός (s. λαός) makes difficulties; as secondary
    5 KB (443 words) - 02:55, 24 August 2022
  • γέρας εἵλετο Il.9.344, cf. B.11.36, δόμεν δὲ τὸ κλεῦϙος ἐς τō μόρο ὄπω κα λῆι ἐλέσθαι darle el mosto de la parte (del viñedo) de la que él quiera cogerlo
    201 KB (24,478 words) - 14:35, 2 October 2022
  • «σπαρτά στην ακμή τους» + -βοτήρ (< θ. βο- του βόσκω), πρβλ. μηλοβοτήρ. ληι-βοτήρ, ῆρος, λήιον crop-consuming, crop destroying: fem., σῦς ληιβότειρα,
    1 KB (70 words) - 09:51, 25 August 2021
  • III: 1 of persons, dwell, abide, mostly followed by a Prep. of place, ἐν Λῃ, etc., Il.l.c., etc.; ῥοῇς ἔπι Σαγγαρίοιο 16.719; ἐπ' ἄκρων ὀρέων S. OT1105
    33 KB (3,362 words) - 14:45, 3 October 2022
  • σπαρμένος με σιτάρι» + -νόμος (< νόμος < νέμω), πρβλ. αγορανόμος, παιδονόμος. ληι-νόμος, ον νέμω dwelling in the country, Anth.
    797 bytes (41 words) - 07:50, 24 August 2021