Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μάδισος" on this wiki. See also the other search results found.

  • ὁ,    A = δίκελλα, Hsch.:—also μαδιβός, Id. μάδισος, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «δίκελλα», δικέλλι. [ΕΤΥΜΟΛ. μαδίζω + επίθημα -σος (πρβλ. ταμεῖν: Τάμισος
    770 bytes (33 words) - 07:35, 29 September 2017
  • μαδιβός, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «μάδισος», δικέλλι. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. του μάδισος με επίθημα -βος (πρβλ. κόττα-βος, σίττυ-βος)). Αναζήτηση σε: Google
    369 bytes (30 words) - 07:34, 29 September 2017
  • = ευ῝στρα (Halicarn. Ia, sch.), ὁλο-μάδιστος quite bald (Cyran.), also μάδισος (s. below); as iterative μαδάσκομαι become moist (medic. VIIp). - Expressive
    11 KB (1,013 words) - 15:26, 2 October 2019
  • με επίθημα -σος, που απαντά σε ονομασίες φυτών ή οργάνων (πρβλ. κύτισος, μάδισος). Η σημασιολογική σύνδεση του τ. με το ρ. τέμνω δικαιολογείται από το γεγονός
    4 KB (309 words) - 16:10, 2 October 2019