Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μάννα" on this wiki. See also the other search results found.

  • έπιασε τη μάννα») 12. φρ. α) «είναι μάννα στο...» — είναι πολύ επιτήδειος σε κάτι β) «όπως τον γέννησε η μάννα του» — ολόγυμνος γ) «να τρώει η μάννα και του
    13 KB (1,264 words) - 13:20, 3 October 2019
  • η μεγάλος κάβουρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάβουρας + μάννα, με μεγεθυντική σημ. (πρβλ. μαρουλο-μάννα, χταποδο-μάννα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    370 bytes (23 words) - 07:20, 29 September 2017
  • πανικό για ιδιοτελείς σκοπούς γ) «αν δεν φωνάξει το μωρό, δεν το ταΐζει η μάννα του» — δηλώνει ότι πρέπει να διεκδικεί κανείς επίμονα το δίκαιό του για να
    2 KB (174 words) - 12:53, 29 September 2017
  • (I) η βλ. μάννα. (II) το εθνολ. (στους λαούς της Πολυνησίας και της Μελανησίας) υπερφυσική δύναμη ή ικανότητα που αποδίδεται σε άτομα, πνεύματα ή άψυχα
    372 bytes (35 words) - 11:45, 9 January 2019
  • φλεγμονή του δέρματος 2. σπόρος, κόκκος φυτού («λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάννα το ζηλεύει», Σολωμ.) 3. φρ. «κακό σπυρί» — ψευδάνθρακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο
    701 bytes (54 words) - 12:31, 29 September 2017
  • περιέρχομαι σε αμηχανία, αδυνατώ να αντιδράσω β) «χάνει η μάννα το παιδί και το παιδί τη μάννα» i) υπάρχει μεγάλη κοσμοσυρροή ii) επικρατεί αταξία γ)
    8 KB (604 words) - 12:46, 29 September 2017
  • τίτλος του άρχοντα τών Αθηνών νεοελλ. παροιμ. «κατά μάννα, κατά κύρη, κατά γιο και θυγατέρα» ή «κατά μάννα, κατά κύρη κάνουν και παιδιά Ζαφείρη» — τα παιδιά
    1 KB (89 words) - 07:26, 29 September 2017
  • μήτηρ, Α δωρ. τ. μάτηρ Μ και μητρί) 1. γυναίκα που έχει γεννήσει παιδί, μάννα 2. θηλυκό ζώο που έχει γεννήσει 3. πρώτη αρχή, αφορμή, αιτία («ἀργία μήτηρ
    10 KB (692 words) - 07:28, 29 September 2017
  • αβγά γεννά» — για όποιον κερδίζει χωρίς να κοπιάζει γ) «όπως τον γέννησε η μάννα του» — ολόγυμνος αρχ. 1. γεννώμαι παράγω, δημιουργώ 2. φρ. α) οι γεννήσαντες
    4 KB (247 words) - 06:33, 29 September 2017
  • στήλη («κολόνα πάγου») 3. στήριγμα («μετά τον θάνατο του πατέρα τους η μάννα τους ήταν η κολόνα του σπιτιού») 4. φρ. «είναι σαν κολόνα» — είναι ευθυτενής
    822 bytes (62 words) - 07:24, 29 September 2017
  •    A = μάννα λιβανωτοῦ, Orph.H.20 tit. [Seite 42] ἡ, Weihrauchmanna, Orph. H. 19, in der Ueberschrift. Vgl. μάννα. λῐβᾰνομάννα: ἡ, = μάννα λιβανωτοῦ
    1 KB (52 words) - 07:27, 29 September 2017
  • «Ἑτεοκλέης ἄν εἷς πολὺς κατὰ πτόλιν ὑμνοῑτο», Αισχύλ.) 5. ο ίδιος, αυτός («μια μάννα μάς γέννησε») 6. σε αντίθεση προς τα αόρ. αντων. επίθ. έτερος, άλλος (α.
    7 KB (563 words) - 12:20, 15 February 2019
  • μανναδότης, ὁ (Μ, Α μαννοδότης) ο δότης του μάννα, ο τροφέας. [ΕΤΥΜΟΛ. < μάννα (III) + -δότης (< δίδωμι), πρβλ. αιμο-δότης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    426 bytes (28 words) - 06:47, 29 September 2017
  • σημασία) χαίρομαι για κάποιον (α. «σὲ μὲν εὖ πράσσοντ’ ἐπιχαίρω», Σοφ. β. «μάννα, νά ‘πιχαρεῑς τ’ ἀδέλφια μου» γ. «ἡ κόρη οὕτως λέγει με... νὰ ἐπιχαρεῑς τὰ
    739 bytes (64 words) - 07:13, 29 September 2017
  • στα βουνά το χιόνι», Πολίτ.) β) πρόσωπα συγγενικά («χάνει η μάννα το παιδί και το παιδί τη μάννα») 2. πολύ συχνά χρησιμοποιείται πλεοναστικά («τά 'μαθές τα
    18 KB (1,511 words) - 12:45, 15 February 2019
  • καύση («ξύλα ναυπηγήσιμα... κατέκαυσαν» Θουκ.) 3. ρόπαλο, ραβδί («διώξε με μάννα, διώξε με, με ξύλα, με λιθάρια», Πολίτ.) 4. δοκός, πάσσαλος 5. πλοίο, καράβι
    12 KB (790 words) - 13:00, 15 February 2019
  • -ή, -ό μάννα (III)] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο μάννα ή αυτός που περιέχει μάννα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    183 bytes (25 words) - 07:35, 29 September 2017
  • -όν sent. dud., dicho de dos tipos de resina ῥητίνη γ. Hippiatr.96.23, μάννα λιβάνου γαστρικῆς Hippiatr.130.47. Source: γαστρικός -ή, -ό όποιος ανήκει
    295 bytes (40 words) - 07:01, 29 September 2017
  • φαντασίας, οπτασία που εμφανίζεται στον ύπνο ή σε κατάσταση εγρήγορσης («η μάννα σου στον ύπνο της, σ' ονειροφαντασιά της είδε να γεννηθεί δαυλός», δημ. τραγούδι)
    619 bytes (44 words) - 12:09, 29 September 2017
  • (αντί μαμμά) < μάμμα < αρχ. μάμμη. Ο τόνος κατά το γαλλ. maman πρβλ. και μάννα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    405 bytes (28 words) - 07:27, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)