Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μάχη" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἐστί σοι μάχη Μνησίχ. ἐν «Φιλίππῳ» 1· μάχην νικᾶν Ξεν. Κύρ. 7. 5, 53· ἀλλὰ παρ’ Αἰσχίν. 79. 36, μάχην (ἀντὶ μάχῃ) νικᾶν τινα· - μάχη τινός, μάχη πρός τινα
    21 KB (1,864 words) - 14:00, 3 October 2019
  • προτάσεις, σε αντιδιαστολή με την καθ' υπόταξη σύνδεση προτάσεων γ) «μάχη εκ παρατάξεως» — μάχη που δίνεται με τους αντιπάλους παρατεταγμένους αντιμέτωπα 7. διασκέδαση
    5 KB (370 words) - 12:14, 29 September 2017
  • doubtful victory: P. νίκη ἀμφιδήριτος, ἡ. A doubtful battle: P. μάχη ἀγχώμαλος, ἡ, P. and V. μάχη ἰσόρροπος, ἡ, ἀγὼν ἰσόρροπος, ὁ. Undecided (of a person): V
    1 KB (85 words) - 09:37, 21 July 2017
  • συναγωνισμός, διαγωνισμός 2. αθλητικός αγώνας, άθλημα αρχ. 1. σύγκρουση, συμπλοκή, μάχη 2. κατόρθωμα, επίτευγμα 3. έπαθλο 4. έκβαση, αποτέλεσμα, συνέπεια 5. ρητορικό
    1,014 bytes (70 words) - 06:31, 29 September 2017
  • το (Α ἄθλημα) ἀθλῶ αγώνισμα αρχ. 1. αγώνας, άμιλλα, μάχη 2. στον πληθ. τὰ ἀθλήματα, οι ασκήσεις τών αθλητών 3. εργαλείο με τη βοήθεια του οποίου ασκείται
    412 bytes (38 words) - 06:33, 29 September 2017
  • σύνολο των νεκρών, τραυματιών, αιχμαλώτων και αγνοουμένων κατά τον πόλεμο ή τη μάχη αρχ. καταστροφή, όλεθρος. [ΕΤΥΜΟΛ. «απόλλυμι. Το ω του τ. οφείλεται στον
    1 KB (82 words) - 10:50, 23 December 2018
  • ίδιο το δόρυ 3. σώμα στρατιωτών που έφεραν δόρυ, οι αιχμοφόροι 4. πόλεμος, μάχη, συμπλοκή 5. (για αρρώστιες) δριμύτητα, οξύτητα 6. φιλοπόλεμο πνεύμα, αλλά
    4 KB (269 words) - 15:15, 15 January 2019
  • προκαλῶ, -έω, Ν Μ Α καλώ καλώ κάποιον σε αναμέτρηση (α. «προκαλώ σε μάχη» β. «ἴθι νῡν προκάλεσσαι Μενέλαον ἐξαῡτις μαχέσασθαι», Ομ. Ιλ.) νεοελλ. 1. ερεθίζω
    3 KB (202 words) - 12:21, 29 September 2017
  • θερμότητας και φωτός με καύση, πυρ 2. φλόγα 3. πυρκαγιά, εμπρησμός 4. μτφ. μάχη, πόλεμος 5. φρ. α) «βάζω φωτιά» i) πυρπολώ ii) μτφ. προκαλώ καβγά β) «φωτιά
    2 KB (165 words) - 12:49, 29 September 2017
  • η (Α ἱππομαχία) ιππομάχος μάχη έφιππων σωμάτων, μάχη μεταξύ ιππικών στρατευμάτων («ἱππομαχία τις ἐγένετο βραχεῑα ἐν Φρυγίοις», Θουκ.) Αναζήτηση σε: Google
    300 bytes (27 words) - 06:37, 29 September 2017
  • αγώνες») μσν.-αρχ. πηγαίνω να ανταμώσω κάποιον αρχ. 1. αντιπαρατάσσομαι σε μάχη, συγκρούομαι με κάποιον 2. (για συμφορά ή κίνδυνο) συμβαίνω 3. (σχετικά με
    1 KB (103 words) - 12:34, 29 September 2017
  • -δωρ. τ. νίκημι) 1. καταβάλλω κάποιον σε μάχη, μονομαχία ή άλλη αναμέτρηση, βγαίνω νικητής, υπερισχύω σε μάχη ή αγώνα υλικό, πνευματικό ή ηθικό 2. (γενικά)
    3 KB (247 words) - 12:03, 29 September 2017
  • συναντώ 2. δίνω απάντηση, αποκρίνομαι αρχ.-μσν. 1. αντιμετωπίζω, αποκρούω (σε μάχη) 2. αντιμετωπίζω, αντικρούω κάποιον (σε δικαστήριο) αρχ. 1. φθάνω σ' έναν
    1 KB (81 words) - 06:56, 29 September 2017
  • with the waves: V. κάμνειν πρὸς κύματι (Aesch., Theb. 210). subs. P. and V. μάχη, ἡ, ἀγών, ὁ, V. ἀγωνία, ἡ, ἀλκή, ἡ; see combat. Warfare: Ar. and V. Ἄρης
    996 bytes (110 words) - 11:03, 7 August 2017
  • -αρχ. (-ομαι) κάνω διαθήκη αρχ. 1. κάνω κατανομή εργασιών 2. τοποθετώ για μάχη 3. παραχωρώ αγρό για καλλιέργεια με τη συμφωνία να καταβάλλεται το μίσθωμα
    2 KB (105 words) - 12:20, 15 February 2019
  • subs. P. and V. μάχη, ἡ. An object for fighting about: use adj., Ar. and P. περιμάχητος, agreeing with subject. Look up fighting on Perseus Dictionaries
    268 bytes (37 words) - 09:40, 21 July 2017
  • αυτός που συντρέχει αρχ. 1. ο χρήσιμος, ο ωφέλιμος 2. ως ουσ. βοηθός στη μάχη ή συνήγορος στο δικαστήριο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    344 bytes (36 words) - 06:58, 29 September 2017
  • ζήσω ως ερημίτης αρχ. 1. πηγαίνω πίσω, επιστρέφω 2. οπισθοχωρώ, υποχωρώ σε μάχη 3. πηγαίνω εκεί που ανήκω, επανέρχομαι στον νόμιμο κτήτορα 4. απέχω, παραιτούμαι
    973 bytes (77 words) - 06:54, 29 September 2017
  • δράκος που εξοντώθηκε από τον άγιο Γεώργιο αρχ. Ι. 1. στράτευμα, στρατός 2. μάχη 3. στρογγυλό ρηχό κύπελλο 4. κόσμημα σε σχήμα φιδιού II. φρ. 1. «ἐπ' ἀσπίδας
    7 KB (489 words) - 11:00, 23 December 2018
  • αδίκημα νεοελλ. στρ. η είσοδος στο έδαφος του αντιπάλου, μετά από μάχη ή χωρίς μάχη, η οποία αν γίνει μετά από πολιορκία χαρακτηρίζεται συν. ως άλωση ή
    2 KB (159 words) - 07:22, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)