Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μέγεθος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Aesch. Pers. 180; auch μέγεθος πῶν πόνων, Eur. Hel. 599; πόλεως, Andr. 196; μ. λαμβάνειν, heranwachsen, Xen. Cyr. 1, 4, 3; μέγεθος τοῦ στόλου, Plat. Legg
    21 KB (1,743 words) - 17:50, 14 July 2020
  • η (AM αὔξησις) αύξω 1. ανάπτυξη σε μέγεθος, όγκο κλπ. 2. γραμμ. η προσθήκη ενός -ε- στην αρχή του θέματος στους ιστορικούς χρόνους των ρημάτων μσν.- νεοελλ
    798 bytes (64 words) - 06:59, 29 September 2017
  • V. μέγεθος, τό, πλῆθος, τό. breadth: P. and V. εὖρος, τό; see breadth. length: P. and V. μῆκος, τό. Met., importance, greatness: P. and V. μέγεθος, τό
    563 bytes (58 words) - 09:16, 20 May 2020
  • μπόι 2. μέγεθος αρχ. 1. (για τείχος) ύψος («τὸ δὲ μῆκος ἐστι,... ἑκατοντορόγυιον», Αριστοφ.) 2. το κατά μία διάσταση μέγεθος 3. μεγαλείο, μέγεθος («ἐξ οἵης
    6 KB (439 words) - 07:38, 29 September 2017
  • που έχει ίσο μέγεθος με κάποιον άλλο, όμοιος στο μέγεθος. επίρρ... ἰσομεγέθως (Α) με ισομεγέθη τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -μεγέθης (< μέγεθος), πρβλ. απειρο-μεγέθης
    659 bytes (40 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ΝΜΑ, και ιων. τ. ὑπερμεγάθης, ὑπερμέγαθες, Α αυτός που έχει υπέρμετρο μέγεθος, πάρα πολύ μεγάλος, τεράστιος αρχ. (για έργο ή προσπάθεια) εξαιρετικά δύσκολος
    883 bytes (50 words) - 12:51, 29 September 2017
  • το (AM ἀνάστημα) ανίστημι ύψος, μέγεθος νεοελλ. 1. ύψος ανθρώπου, μπόι 2. ηθικό ύψος, μεγαλείο 3. ύψωμα, λόφος 4. (κ. ανάστεμα) έργο, δημιούργημα μσν.-αρχ
    503 bytes (40 words) - 06:20, 29 September 2017
  • η (AM ἔκτασις) 1. άπλωμα, τέντωμα («έκταση τών χειρών») 2. συνεκδ. μέγεθος, ευρύτητα, σπουδαιότητα («έκταση επιχειρήσεων, ζημιών») νεοελλ. 1. αύξηση διαστάσεως
    2 KB (160 words) - 06:28, 29 September 2017
  • εξοχότητα, υπεροχή, μεγαλείο νεοελλ. φρ. α) αστρον. «λαμπρότητα αστέρα» — μέγεθος που χαρακτηρίζει την υποκειμενική εντύπωση, λιγότερο ή περισσότερο έντονη
    2 KB (183 words) - 07:30, 29 September 2017
  • χειμῶνος τὸ μέγεθος = their escape was due to the violence of the storm ⇢ Look up "ἐγένετο ἡ διάφευξις αὐτοῖς διὰ τοῦ χειμῶνος τὸ μέγεθος" on Google
    90 bytes (51 words) - 17:30, 6 July 2020
  • ιδιότητες που έχουν εξ αντικειμένου τα πράγματα, όπως είναι λ.χ. το σχήμα, το μέγεθος, η κίνηση γ) «υποκειμενικές ποιότητες» (κατά τον Γαλιλαίο και τον Καρτέσιο)
    3 KB (264 words) - 12:05, 29 September 2017
  • οικήματος, ενός κτηρίου 2. μτφ. το ανώτατο όριο το οποίο μπορεί να φθάσει ένα μέγεθος 3. (αεροπ.) το ανώτατο ύψος πτήσης αεροπλάνου δεδομένου τύπου 4. (αερον
    1 KB (120 words) - 12:11, 29 September 2017
  • μεγέθους» i) μαθημ. αριθμητικός λόγος ενός μεγέθους προς άλλο ομοειδές μέγεθος, το οποίο λαμβάνεται ως μονάδα ii) (μετεωρ.) η εύρεση του λόγου ενός μεγέθους
    3 KB (203 words) - 07:27, 29 September 2017
  • magnitude: P. and V. μέγεθος, τό. amount: P. and V. πλῆθος, τό. number: P. and V. ἀριθμός, ὁ. bulk: P. and V. ὄγκος, ὁ (Plato). measure: P. and V. μέτρον
    460 bytes (48 words) - 09:16, 20 May 2020
  • τό, Ion. for μέγεθος, Hdt. [Seite 104] τό, ion. = μέγεθος, Her. μέγᾰθος: τό, Ἰων. ἀντὶ τοῦ μέγεθος, Ἡρόδ. ion. c. μέγεθος. μέγαθος, τὸ (Α) ιων
    927 bytes (53 words) - 09:15, 8 July 2020
  • (AM ἐπαυξάνω) 1. κάνω κάτι μεγαλύτερο σε μέγεθος ή ποσότητα («τὴν ἑκάστου ῥαθυμίαν ὑμῶν ἐπαυξάνοντα», Δημοσθ.) 2. (αμτβ.) αυξάνομαι, μεγαλώνω, πληθαίνω
    431 bytes (34 words) - 06:32, 29 September 2017
  • («λιγόστεψα το φαγητό γιατί πάχυνα») 2. γίνομαι λιγότερος, μειώνομαι σε μέγεθος ή ποσότητα («όσο πάνε και λιγοστεύουν τα λεφτά»). [ΕΤΥΜΟΛ. < λιγοστεύω <
    620 bytes (38 words) - 07:32, 29 September 2017
  • τοιαῦτα αὐτοῖς τὸ μέγεθος καὶ τοσαῦτα τὸ πλῆθος εἴργασται = things have been done by them so great in importance and so many in number ⇢ Look up "τοιαῦτα
    115 bytes (56 words) - 17:55, 6 July 2020
  • αισθήσεις, που βρίσκεται πέρα από τα όρια της ανθρώπινης γνώσης 3. Μαθ. μέγεθος που εμφανίζεται σε κάποιο πρόβλημα το οποίο ζητά τον προσδιορισμό του, και
    1 KB (104 words) - 06:26, 29 September 2017
  • τό, ἀλκή, ἡ, μένος, τό (also Plato but rare P.). greatness: P. and V. μέγεθος, τό. rule: P. and V. ἀρχή, ἡ, κράτος, τό, δυναστεία, ἡ. authority: P. and
    2 KB (193 words) - 09:15, 20 May 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)