Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μέσον" on this wiki. See also the other search results found.

  • χαρακτηρίζεται από ορισμένες ιδιότητες (α. «όξινο μέσον» 6. «οξειδωτικό μέσον» γ. «διαθλαστικό μέσον»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    4 KB (303 words) - 14:00, 31 January 2019
  • «τὸ διὰ μέσον» — η μεσαία τάξη δ) «ἐς μέσον τίθημι τινί τι» — θέτω βραβείο στο μέσον για κάποιον προκειμένου να αγωνιστεί για αυτό ε) «ἐς τὸ μέσον τιθέναι»
    8 KB (628 words) - 12:40, 15 February 2019
  • αναμεσά και ανάμεσο και αναμεσό(ν) επίρρ. 1. τοπ. α) μεταξύ, στο μεταξύ β) στο μέσον, διά μέσου 2. χρον. κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, στο μεταξύ διάστημα 3. (για
    2 KB (151 words) - 10:50, 23 December 2018
  • 4.281; of time, μέσον ἦμαρ; as subst., μέσον, the middle; ἐς μέσον τιθέναι, ‘offer for competition,’ as prize, Il. 23.794 ; ἐς μέσον ἀμφοτέροις δικάζειν
    88 KB (8,366 words) - 14:05, 3 October 2019
  • ἀπὸ κοινοῦ, δημοσίᾳ. in public: P. εἰς τὸ κοινόν, Ar. and P. εἰς τὸ μέσον, V. ἐς μέσον. make public, v.: see publish. Look up public on Perseus | Wiktionary
    2 KB (204 words) - 15:08, 18 September 2019
  • διαβαίνω 1. δίοδος, πέρασμα 2. τόπος διάβασης, πόρος, ατραπός αρχ. 1. το μέσον με το οποίο γίνεται δυνατή η διάβαση, η γέφυρα 2. πορθμείο 3. η αλλαγή τών
    619 bytes (54 words) - 07:03, 29 September 2017
  • see P. and V. μέσον ἔχειν (τινά). You hold me by the waist: V. μέσον μʼ ὀχμάζεις (Eur., Or. 265). Seize by the waist: P. ἁρπάζειν (τινά) μέσον (Dem. 1252)
    496 bytes (56 words) - 10:09, 21 July 2017
  • P. and V. μέσον, τό. Strike the mean between the largest also smallest number of ships given: P. πρὸς τὰς μεγίστας καὶ ἐλαχίστας ναῦς τὸ μέσον σκοπεῖν (Thuc
    2 KB (231 words) - 09:46, 21 July 2017
  • of the earth: P. and V. ὀμφαλός, ὁ (Plat., Rep. 427C). subs. P. and V. τὸ μέσον. in the middle of the city: P. and V. ἐν μέσῃ τῇ πόλει. rising in the middle
    1 KB (141 words) - 17:18, 31 October 2019
  • subs. P. and V. τὸ μέσον. the central point of the earth: P. and V. ὀμφαλός, ὁ (Plat., Rep. 427C). the shrine at earth's centre: V. μεσομφαλον ἵδρυμα,
    472 bytes (64 words) - 09:51, 10 September 2019
  • διευκρίνηση, η διάκριση 2. σχηματισμός γνώμης, απόφαση 3. η δύναμη ή το μέσον του να διακρίνει κανείς κάτι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    553 bytes (47 words) - 07:03, 29 September 2017
  • bade them raise a shield when half way across: P. εἶπεν ἆραι ασπίδα κατὰ μέσον τον πλοῦν (Xen., Hell. II. 1, 27). Look up half on Perseus | Wiktionary
    1 KB (131 words) - 09:42, 21 July 2017
  • Αριστοτέλεια Λογική) ο μείζων και ο ελάσσων όρος συλλογισμού (σε αντίθ. με το μέσον) 7. οι δύο άκροι όροι μιας αναλογίας (βλ. και ἄκρος) 8. «ἄκρα νάων» — τα
    3 KB (237 words) - 12:20, 14 January 2019
  • στήσω τὴν διαθήκην μου ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ἀνὰ μέσον σοῦ LXX Ge.17.7, ἀνὰ μέσον δικαίου LXX Ma.3.18, οὕτως ἀδελφιδός μου ἀνὰ μέσον τῶν υἱῶν LXX Ca.2.3, ἐπέσπειρεν
    57 KB (5,933 words) - 13:03, 3 October 2019
  • απομονωμένος, μόνος 2. (στην Πυθαγόρεια φιλοσοφία) η φωτιά («κόσμου, οὖ μέσον οἱ Πυθαγορικοί τὸ πῡρ ἱδρῡσθαι νομίζουσι, καὶ τοῦτο Ἑστίαν καλοϋσι καὶ μονάδα»
    5 KB (381 words) - 12:55, 15 February 2019
  • μσν. 1. τιμωρώ κάποιον 2. κατεργάζομαι κάτι («κουράζουσι τὸν κόκκον εἰς τὸ μέσον», Φυσιολ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κουρά. Η μσν. σημ. «τιμωρώ» οφείλεται προφανώς στο
    986 bytes (73 words) - 07:25, 29 September 2017
  • the field (as claimants in a suit): P. ἐπειδὴ ἡμεῖς . . . ἥκομεν εἰς τὸ μέσον (Dem. 1088). Opportunity for enterprise: P. and V. καιρός, ὁ, ἀγών, ὁ, ἀφορμή
    1 KB (165 words) - 09:40, 21 July 2017
  • συμπλήρωση νεοελλ. προσωρινή ή οριστική αντικατάσταση κάποιου με άλλον αρχ. 1. μέσον για συμπλήρωση 2. ικανοποίηση, εκπλήρωση επιθυμίας 3. ανάκτηση, αποκατάσταση
    699 bytes (46 words) - 06:23, 29 September 2017
  • — είναι ανάπηρος στ) «έμεινε μισός» — αδυνάτισε πολύ ζ) «στα μισά» — στο μέσον («έμεινε στα μισά του δρόμου») η) «μισή μερίδα» — λέγεται για ανθρώπους αδύναμους
    2 KB (128 words) - 07:39, 29 September 2017
  • blow out, swell out by blowing, ἔπρησεν δ' ἄνεμος μέσον ἱστίον Od.2.427; ἐν δ' ἄνεμος πρῆσεν μέσον ἱστίον Il.1.481; νότου πρήσαντος ἅλα AP13.27 (Phal
    9 KB (742 words) - 14:50, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)