Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μέτρα" on this wiki. See also the other search results found.

  • | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο μέτρα = verses ⇢ Look up "μέτρα" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the
    353 bytes (50 words) - 13:45, 4 July 2020
  • το, Ν μετρολ. βασική μονάδα μήκους τών Ίνκα, ισοδύναμη με 9.264 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    157 bytes (22 words) - 12:52, 29 September 2017
  • in plural, dimensions, μέτρα κελεύθου the length of the way, Od.4.389; μέτρα θαλάσσης Hes.Op.648, Orac. ap. Hdt.1.47; μορφῆς μέτρα bodily dimensions, E.Alc
    37 KB (3,742 words) - 14:05, 18 April 2022
  • πάρω τα μέτρα μου, όπως μέ είχαν προειδοποιήσει» β. «τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης αποδείχθηκαν πολύ σκληρά για τον λαό») 7. φρ. α) «μέτρα και σταθμά»
    22 KB (1,480 words) - 19:10, 23 August 2021
  • Ar. and P. στίχος, ὁ, ἔπος, τό. in verse, adj.: P. ἔμμετρος. verses: P. μέτρα, τά (Plato, Lysis 205A). hexameter verses: P. ἔπη ἑξάμετρα (Plato, Leges
    628 bytes (69 words) - 08:44, 28 June 2021
  • εἰς μέτρα τιθέναι = put into metre ⇢ Look up "εἰς μέτρα τιθέναι" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English
    56 bytes (29 words) - 20:50, 3 July 2020
  • μέτρα… καὶ μέρη σταθμῶν = measures and weights ⇢ Look up "μέτρα… καὶ μέρη σταθμῶν" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal
    62 bytes (31 words) - 21:25, 3 July 2020
  • («μέλλων δὲ μέγαν ἐξεγείρειν πόλεμον») 3. εξοργίζω, προκαλώ αγανάκτηση («τα νέα μέτρα εξήγειραν τους πολίτες») 4. ξεσηκώνω κάποιον εναντίον άλλου αρχ.-μσν. ανασταίνω
    943 bytes (70 words) - 12:23, 15 February 2019
  • εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα = a ship of six hundred talents burden ⇢ Look up "πλοῖον εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα" on Google (phrase search)
    77 bytes (42 words) - 17:09, 6 July 2020
  • πλοῖον… εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα = a boat of 500 talents tonnage ⇢ Look up "πλοῖον… εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα" on Google (phrase search) |
    70 bytes (41 words) - 17:15, 6 July 2020
  • παρεμποδίζω, ανακόπτω πορεία ή λειτουργία, σταματώ (α. «τα κυβερνητικά μέτρα δεν συγκράτησαν τον πληθωρισμό» β. «ευτυχώς συγκράτησε τον σκύλο του έγκαιρα
    3 KB (250 words) - 12:35, 29 September 2017
  • η έντασή μου (α. «χαλάρωσαν οι αντιδράσεις» β. «χαλάρωσαν τα αστυνομικά μέτρα») β) αφήνω τα μέλη του σώματός μου σε άνετη στάση. * Αναζήτηση σε: Google
    756 bytes (64 words) - 12:46, 29 September 2017
  • με περιστροφές, με πλάγιο τρόπο 2. φρ. «περιπεπλανημένα μέτρα» — αντικανονικά, παράνομα μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    2 KB (155 words) - 12:16, 29 September 2017
  • ὑπερβολικῶς ΝΜΑ, και υπερβολικά Ν με υπερβολή, πέρα από τα συνήθη ή τα κανονικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (106 words) - 12:49, 29 September 2017
  • περίπου μέτρα β) «πῆχυς τοῦ πριστικοῦ ξύλου» ή «πήχυς λιθικός» — ο πήχυς που σταθεροποιήθηκε στους μεταγενέστερους χρόνους σε μήκος 0,45 μέτρα για τη μέτρηση
    7 KB (603 words) - 20:10, 13 June 2022
  • γνωρίζω, έχω ενημερωθεί 5. «έχουν γνώση οι φύλακες» — έχουν ήδη λάβει τα μέτρα τους εναντίον κάθε επιβουλής 6. «κοντά στον νου κι η γνώση» — η εξυπνάδα
    2 KB (133 words) - 06:26, 29 September 2017
  • προφυλάσσομαι, λαμβάνω προφυλακτικά μέτρα, μέτρα προφύλαξης, στον ίδ., Θουκ.· με αιτ., προφυλάσσομαι ή παίρνω προφυλακτικά μέτρα, στον ίδ., Θουκ.· με αιτ., προφυλάσσομαι
    8 KB (765 words) - 12:10, 20 April 2021
  • αποστάσεων ίση με το 1/10 του ναυτικού μιλίου ή 182, 20 μέτρα, στην πράξη όμως λαμβανόμενη ίση με 200 μέτρα, κν. γουμενιά 2. (παλαιότερα) το χιλιόμετρο 3. επάγγελμα
    5 KB (418 words) - 12:31, 29 September 2017
  • — κρίσιμη στιγμή που για την αντιμετώπισή της πρέπει να ληφθούν έκτακτα μέτρα β) «είμαι σε κατάσταση» — είμαι σε θέση, μπορώ να γ) «η κατάσταση έφθασε
    4 KB (317 words) - 07:22, 29 September 2017
  • επινοώ κάτι το νέο, κάτι το άγνωστο, κάνω εφεύρεση (α. «ἐφεῡρε δ' ἄστρων μέτρα», Σοφ. β. «ο Έντισον εφεύρε τον ηλεκτρικό λαμπτήρα» γ. «εφευρίσκω τρόπο υπεκφυγής»)
    1 KB (81 words) - 16:20, 12 January 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)