Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μήπως" on this wiki. See also the other search results found.

  • άγνοια («μήπως είδες τη μητέρα μου;»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο μήπως: ή μήπως, I. μήπως κατά
    6 KB (704 words) - 14:05, 3 October 2019
  • adv. P. and V. οὐ, μή. By no means: P. and V. οὐδαμῶς, μηδαμώς, V. οὔπως, μήπως; see under means. Not even: P. and V. οὐδέ . . . μηδέ. Not yet: P. and V
    684 bytes (75 words) - 09:45, 15 August 2017
  • no means: P. and V. οὐδαμῶς, οὐδαμῆ, μηδαμῶς, μηδαμῆ, V. οὐδαμά, οὔπως, μήπως, Ar. and V. μηδαμά. By no means at all: P. οὐδʼ ὁπωστιοῦν, μηδʼ ὁπωστιοῦν
    1 KB (137 words) - 09:46, 21 July 2017
  • and V. ἐλάχιστος. Not in the least: P. and V. οὐδαμῶς, μηδαμῶς, οὔπως, μήπως, ἀρχὴν οὐ, ἀρχὴν μή. Not in the least degree: P. οὐδὲ κατὰ μικρόν. At least:
    551 bytes (60 words) - 09:45, 21 July 2017
  • ἑσπέρας ὀφθαλμὸν ἀντέφλεξε Μήνα (O. 3.20) (Μ μήνα) (ερωτηματικό μόριο) μήπως, μη τυχόν («γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα, μην άνεμος
    955 bytes (76 words) - 06:00, 31 December 2018
  • άπορος, στερούμαι των μέσων διαβίωσης 2. διστάζω 3. φρ. «ἀπορῶ μή» — φοβάμαι μήπως 4. (διαλεκτ.) προβάλλω απορία 5. (παθ. μτχ.) ἀπορούμενον ή ἀπορηθέν δυσκολία
    1 KB (85 words) - 06:21, 29 September 2017
  • off: P. τμῆμα; see fragment. Not a bit: P. and V. οὐδαμῶς, οὔπως, μηδαμῶς, μήπως, Ar. and P. οὐδʼ ἀκαρῆ. Look up bit on Perseus | Wiktionary | Wikipedia
    778 bytes (110 words) - 07:05, 10 January 2019
  • ερωτήσεων ή αντιρρήσεων η κάθε μία από αυτές εισάγεται με τον αλλά που σημαίνει «μήπως», «πλήν», «πότερον ᾔτουν σέ τι... ; ἀλλ' ἀπῄτουν; ἀλλά περί παιδικῶν μαχόμενος;
    11 KB (864 words) - 11:25, 14 January 2019
  • μηπρίν και μηπρού (Μ) (σύνδ.) μήπως προηγουμένως, μήπως προτού. [ΕΤΥΜΟΛ. < μή + πρίν. Ο τ. μηπρού με επίδραση συνδέσμων ή επιρρ. σε -ου (πρβλ. προτού,
    579 bytes (45 words) - 07:38, 29 September 2017
  • θούριδος ἀλκῆς, lasset noch nicht nach, Il. 4, 234; Od. 23, 59 u. öfter; auch = μήπως, μήπω τις λωτοῖο φαγὼν νόστοιο λάθηται, 9, 102; μήπω μ' ἐρώτα, frage mich
    5 KB (519 words) - 14:00, 3 October 2019
  • ερευνώ κάτι λεπτομερειακά, αναζητώ επίμονα κάτι («σκάλισα όλα τα χαρτιά μου μήπως τελικά βρω τον λογαριασμό»). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σκαλ.- του σκάλλω + ρηματ. κατάλ
    2 KB (142 words) - 12:29, 29 September 2017
  • αρνητ. μη) φοβάμαι («ἐννοήσας μή... οἱ πολέμιοι ἐπιθοῑντο» — επειδή φοβήθηκε μήπως οι εχθροί επιτεθούν). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    4 KB (300 words) - 12:25, 15 February 2019
  • («ὦ θάνατε, νῡν μ’ ἐπίσκεψαι μολών», Σοφ.) 3. (με ενδοιαστ. πρότ.) προσέχω μήπως («ἐπισκοποῡντες μή τις ὑστερῶν ἀπὸ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῡ», ΚΔ) 4. (για στρατηγό)
    1 KB (95 words) - 12:30, 15 February 2019
  • («οὔ τοι ἐγὼν ἔρριγα μάχην», Ομ. Ιλ.) 4. (με ενδοιαστική προτ.) φοβάμαι μήπως.. 5. (με απρμφ.) φοβάμαι να κάνω κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥῖγος. Ο ενεστ. τ. ῥιγέω
    2 KB (142 words) - 12:00, 9 January 2019
  • σαν να, ωσάν («μού ζήτησε δανεικά σάμπως να τον γνώριζα από παλιά») 2. μήπως («σάμπως το ήξερα;») 3. πιθανώς, ίσως («σάμπως να' χεις δίκιο») 4. σαν («έτσι
    706 bytes (53 words) - 12:27, 29 September 2017
  • ενεργεί με υπερβολικές προφυλάξεις ή με υπερβολική τήρηση τών ηθικών κανόνων μήπως διαπράξει κάτι κακό κβ) «πάει φούντο» — καταστρέφεται κγ) «τά πάω καλά με
    10 KB (836 words) - 12:17, 29 September 2017
  • μηγάρι και μήγαρ (Μ μήγαρι και μήγαρις και μηγάρις) (διστακτικό μόριο) μήπως, μήπως τυχόν, μπας και, σάμπως («μήγαρις έχω τίποτε άλλο στον νου πάρεξ ελευθερία
    757 bytes (58 words) - 07:38, 29 September 2017
  • Ξεν. Ἑλλ. 1. 4, 17· ― φοβερόν [ἐστι] μή..., ὑπάρχει λόγος νὰ φοβῆταί τις μήπως..., ὁ αὐτ. ἐν Κύρου Παιδ. 7. 5, 22, ἐν Ἱέρ. 1. 12· ― ἀγγέλλεσθαι ἐπὶ τὸ φοβερώτατον
    21 KB (1,756 words) - 14:45, 3 October 2019
  • πλάγια ερώτηση, ενώ πολλές φορές ακολουθείται από το και) μήπως, μη τυχόν αν. [ΕΤΥΜΟΛ. < μήπως, με παρέκταση -τάς αναλογικά προς τα ανισωστάς, διχωστάς
    801 bytes (60 words) - 06:48, 29 September 2017
  • και κρυφολαχταρώ έχω κρυφή λαχτάρα, φοβάμαι ενδόμυχα μήπως συμβεί κάτι ανεπιθύμητο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρυφ(ο)- + λαχταρίζω / λαχταρώ]. Αναζήτηση σε: Google |
    402 bytes (25 words) - 06:41, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)