Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μήτηρ" on this wiki. See also the other search results found.

  • εδάφη, μήτηρ μήλων, θηρῶν, μητέρα των κοπαδιών, του παιχνιδιού (του κυνηγιού), σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για τη Γη, γῆ πάντων μήτηρ, σε Ησίοδ.· γῆ μήτηρ, σε Αισχύλ
    24 KB (2,628 words) - 14:00, 3 October 2019
  • και μήτηρ, η (ΑΜ μήτηρ, Α δωρ. τ. μάτηρ Μ και μητρί) 1. γυναίκα που έχει γεννήσει παιδί, μάννα 2. θηλυκό ζώο που έχει γεννήσει 3. πρώτη αρχή, αφορμή, αιτία
    10 KB (692 words) - 07:28, 29 September 2017
  • matrice, ventre ou sein de la mère. Étymologie: μήτηρ. matriz from μήτηρ; the matrix: womb. μήτρας, ἡ (μήτηρ), the womb: διανοίγω, 1); Herodotus, Plato
    11 KB (930 words) - 14:00, 3 October 2019
  • subs. P. and V. μήτηρ, ἡ, V. ἡ τίκτουσα, Ar. and V. ἡ τεκοῦσα. Of or from a mother: Ar. and V. μητρόθεν. On the mother's side: P. and V. πρὸς μητρός, V
    968 bytes (109 words) - 09:47, 21 July 2017
  • 1. το να μην εργάζεται κάποιος, έλλειψη εργασίας, απραξία (γνωμ., «ἀργία μήτηρ πάσης κακίας») 2. οκνηρία, φυγοπονία 3. πληθ. αργίαι εορτάσιμες ημέρες, διακοπές
    719 bytes (54 words) - 06:22, 29 September 2017
  • ὅντινα γαστέρι μήτηρ κοῦρον ἐόντα φέροι, μηδ’ ὃς φύγοι, τούτων (δηλ. τῶν Τρώων) κανεὶς να μὴ διαφύγῃ τὸν παντελῆ ὄλεθρον, μηδὲ ἐκεῖνος ὃν ἡ μήτηρ νήπιον ὄντα
    3 KB (330 words) - 10:09, 5 August 2017
  • племени; 4) недостойная имени матери (μήτηρ ἀ. Soph.). μήτηρ I. without mother, motherless, Hdt., Eur. II. unmotherly, μήτηρ ἀμήτωρ Soph. 原文音譯:¢m»twr 阿-姆拖而
    7 KB (687 words) - 13:05, 3 October 2019
  • σκληρότητας τών μητριών («ἄλλοτε μητρυιὴ πέλει ἡμέρη, ἄλλοτε μήτηρ», Ησίοδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μη- του μήτηρ, αρχαϊκός τ. που ανάγεται πιθ. στην Ινδοευρωπαϊκή και
    2 KB (125 words) - 07:38, 29 September 2017
  • ὁμοματρία) αυτός που έχει γεννηθεί από την ίδια μητέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + μήτηρ, μητρός + κατάλ. -ιος. Το επίθ. μήτριος δεν μαρτυρείται (βλ. λ. μητρώος)]
    564 bytes (42 words) - 12:09, 29 September 2017
  • οποίου η μητέρα είναι άγνωστη 2. φρ. «μήτηρ ἀμήτωρ», κακή ή άστοργη μητέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερ. + -μήτωρ < μήτηρ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    533 bytes (40 words) - 06:51, 29 September 2017
  • gén. de μάτηρ, dor. p. μήτηρ.
    81 bytes (6 words) - 20:02, 9 August 2017
  • [Seite 101] ἡ, dor. = μήτηρ. μάτηρ: ἡ, Δωρ. ἀντὶ τοῦ μήτηρ, ὡς τὸ Λατ. mãter. dor. c. μήτηρ. μᾱτηρ (μάτηρ, ματρός, ματέρος, ματρί, ματέρι, ματέρ(α)
    6 KB (559 words) - 11:45, 26 February 2019
  • die ganz Mutter war, Schol. ἡ κατὰ πάντα μήτηρ, sie wollte auch mit ihm sterben. παμμήτωρ: -ορος, ἡ, μήτηρ τῶν πάντων, γῆ Αἰσχύλ. Πρ. 90· κόσμου ζωὴ
    3 KB (247 words) - 05:00, 10 January 2019
  • dark,    I of persons, in the dark, in secret, secret, σκότιον δέ ἑ γείνατο μήτηρ, i.e. not in open, lawful wedlock, Il.6.24; so prob. καὶ θεῶν σκότιοι φθίνουσι
    11 KB (996 words) - 12:50, 14 January 2019
  • μητρί, ἡ (Μ) βλ. μήτηρ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    75 bytes (14 words) - 07:38, 29 September 2017
  • Πλάτ.) 6. (για πρόσ.) είμαι αφοσιωμένος σε κάποιον («Παρύσατις μὲν δὴ ἠ μήτηρ ὑπῆρχε τῷ Κύρῳ», Ξεν.) 7. (με μτχ. με επιρρμ. σημ., όπως το τυγχάνω) κατά
    4 KB (316 words) - 11:35, 14 January 2019
  • māter: tris, f. root ma-; Sanscr. and Zend, to make, measure, like Gr. μήτηρ, the maker, akin with Dor. μάτηρ; Germ. Mutter; Engl. mother; cf.: materies
    10 KB (1,384 words) - 04:25, 28 February 2019
  • Εμφανίζει το επίθημα -ter, που απαντά σε αρκετούς όρους συγγένειας (πρβλ. πατήρ, μήτηρ, φράτηρ), ενώ η παροξυτονία της ονομαστικής οφείλεται μάλλον στην προπαροξύτονη
    4 KB (254 words) - 07:18, 29 September 2017
  • Ἑλλάδ. παρὰ Φωτίῳ Βιβλ. σ. 530, 6. ΙΙ. Θεία, κύρ. ὄνομα, θυγάτηρ τῆς Γῆς, μήτηρ τοῦ Ἡλίου καὶ τῆς Σελήνης, Ἡσ. Θ. 135. fém. de θεῖος¹. και θεια, η (AM
    2 KB (172 words) - 07:17, 29 September 2017
  • πράγμ.) δεν υπάρχω ή δεν αρκώ, ελλείπω («καὶ ὑστερήσαντος οἴνου λέγει ἡ μήτηρ τοῡ Ἰησοῡ πρὸς αὐτόν», ΚΔ) 7. φρ. «ὑστερῶ τῆς πατρίδος» — αδυνατώ να υπερασπιστώ
    2 KB (170 words) - 12:10, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)