Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μαγεία" on this wiki. See also the other search results found.

  • βραδιά είναι μαγεία») 2. φρ. α) «μαύρη μαγεία» — μαγεία με επίκληση κακοποιών, διαβολικών δυνάμεων για την πρόκληση κακού β) «λευκή μαγεία» — η τέχνη της
    4 KB (346 words) - 14:00, 3 October 2019
  • (I) η·θρησκειολ. σανσκριτική λέξη που σημαίνει μαγεία ή ψευδαίσθηση και αποτελεί θεμελιώδη έννοια της ινδουιστικής φιλοσοφίας. (II) η ζωολ. γένος δεκάποδων
    2 KB (111 words) - 11:40, 9 January 2019
  • δηλητήριο, φαρμάκι 3. ποτό ή αλοιφή με μαγικές ιδιότητες·4. (κατ' επέκτ.) μαγεία, μαγγανεία 5. βοηθητικό μέσο, βοήθημα («οὐδὲν πὸτ τὸν ἔρωτα πεφύκει φάρμακον
    11 KB (707 words) - 12:59, 29 September 2017
  • στιγμὴ δὲ οὐσία θετός», Αριστοτ.) 5. (στους Πυθαγορείους) η μονάδα 6. (στη μαγεία) υλικό αντικείμενο μέσω του οποίου γίνεται συνάφεια μεταξύ του υπερφυσικού
    4 KB (351 words) - 12:45, 15 February 2019
  • ἡ,    A witchcraft, jugglery, γ. καὶ μαγεία Gorg.Hel.10, cf. Pl. Smp.203a: metaph., οὐδὲν ὑγιές, ἀλλὰ γ. τις Id.R.584a, Andronic. Rhod.p.573 M., etc.;
    5 KB (514 words) - 06:18, 10 January 2019
  • ποικίλων περιεργίαις χρώμενοι», Ευσ.) 3. δεισιδαιμονία, ενασχόληση με τη μαγεία (α. «οἰωνιστικῆς περιεργίας», Γρηγ. Νύσσ. β. «τὴν τῶν ἀφανῶν πνευμάτων
    1 KB (99 words) - 12:16, 29 September 2017
  • μαγγανεία («τά λυτήρια όλων τών μαγγανειών καί τών επωδών», Παπαδ.) αρχ. 1. μαγεία για κάτι ή εναντίον κάποιου («τούτων ἐπωδάς οὐκ ἐποίησεν πατήρ», Αισχύλ
    1 KB (97 words) - 07:12, 29 September 2017
  • επιδεξιότητα τών δακτύλων, οπτικές απάτες ή απατηλά φαινόμενα, αλλ. θαυματοποιία, μαγεία, γοητεία 2. (γενικά) απατηλό τέχνασμα που εκτελείται με μεγάλη επιδεξιότητα
    939 bytes (58 words) - 12:55, 29 September 2017
  • -ιά (AM μαγευτικός, -ή, -όν) μαγεύω 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μαγεία ή στους μάγους, μαγικός 2. το θηλ. ως ουσ. η μαγευτική η τέχνη της μαγείας
    2 KB (103 words) - 07:35, 29 September 2017
  • (μαγγανεύω) μαγεία, γοητεία, Πλάτ. Νόμ. 908D, 933Α· - μ. μαγειρικαί, ἐπὶ ἐντέχνου κατασκευῆς τῶν φαγητῶν, Ἀθήν. 9C. η (AM μαγγανεία) μαγγανεύω 1. μαγεία, θαυματοποιία
    3 KB (171 words) - 07:24, 31 December 2018
  • Google Translator | LSJ (1) măgīa, æ, f. (μαγεία), magie : Apul. Apol. 25 ; Prud. Symm. 1, 89. magīa, ae, f. (μαγεία), die Wissenschaft der Magier, die Magie
    755 bytes (131 words) - 04:20, 28 February 2019
  • και μάγευμα, το (Α μάγευμα) μαγεύω μαγικό τέχνασμα, μαγεία, μάγια («βρωτοῑσι καὶ ποτοῑσι καὶ μαγεύμασι παρεκτρέποντες ὀχετὸν ὥστε μὴ θανεῑν», Ευρ.) νεοελλ
    670 bytes (50 words) - 06:42, 29 September 2017
  • ξύλου καθελὼν τὸ ἄχραντόν σου σῶμα», Ακολουθία Μεγάλης Παρασκευής) 2. (για μαγεία και μάγους) κατεβάζω από τον ουρανό στη γη («καθέλοιμι νύκτωρ τὴν σελήνην»
    4 KB (273 words) - 12:30, 15 February 2019
  • τοῦ βασιλέως κελεύσαντος», Πλούτ.) 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μαγεία (α. «μαγικά ξόρκια» β. «μαγική τέχνη») 3. το θηλ. ως ουσ. η μαγική η τέχνη
    5 KB (327 words) - 12:40, 15 February 2019
  • ονειροκρισία και άλλες μυστικές και απόκρυφες τέχνες 2. αυτός που ασχολείται με τη μαγεία και γενικά με τις απόκρυφες τέχνες, αυτός που μεταχειρίζεται μαγικά μέσα
    10 KB (1,022 words) - 14:00, 3 October 2019
  • αὐτ. ἐν Πρωτ. 354Α, ἐν Τιμ. 89Β, Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 6. 2) δηλητηρίασις ἢ μαγεία, Λατιν. veneficium, Δημ. 1025. 11, Πολύβ. 6. 13, 4· αἱ περὶ τὰς φαρμακείας
    7 KB (567 words) - 14:40, 3 October 2019
  • ὑγείας, πρὸς ἀνάρρωσιν, Ἀριστείδ. 1. 11. 2) πῶμα μεμαγευμένον, φίλτρον, ὅθεν μαγεία, γοητεία, μαγγανεία, Ὀδ. Δ. 220 κἑξ., πρβλ. Ἀριστοφ. ἐν Πλ. 302, Θεόκρ.
    31 KB (2,995 words) - 14:40, 3 October 2019
  • ἐρυσμός, ὁ (Α) [[[ερύω]] (II)] 1. μέσο προστασίας από τη μαγεία 2. λάχανο του οποίου το σπέρμα πίνουν τριμμένο οι έγκυες. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    267 bytes (30 words) - 06:34, 29 September 2017
  • τα παλαιότερα φιλοσοφικά συστήματα, με έντονη τάση προς τον ασκητισμό, τη μαγεία και τον αποκρυφισμό. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στον Ιων. Ν.
    627 bytes (59 words) - 12:02, 29 September 2017
  • ή, όν, (γόης)    A skilled in witchcraft, juggling, ἡ γ. μαγεία Arist.Fr.36. Adv. -κῶς Poll.4.51:—pecul. fem. γοῆτις μορφή bewitching, AP12.192 (Strat
    2 KB (150 words) - 20:35, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)