Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μακροχρόνιος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Ex.20.12, al.    3 long-lived, Ep.Eph.6.3; βοῦς Porph. VP24 (Sup.). μακροχρόνιος: -ον, διαρκῶν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἢ ζῶν ἐπὶ μακρόν, παραμένων, Ἱππ. Ἐπιδημ
    4 KB (302 words) - 14:00, 3 October 2019
  • μεγάλος στο ύψος, υψηλός νεοελλ. 1. αυτός που έχει μεγάλη χρονική διάρκεια, μακροχρόνιος («μακρύ ταξίδι») 2. το ουδ. ως ουσ. το μακρύ μακροημέρευση, αναβολή 3
    1 KB (101 words) - 07:35, 29 September 2017
  • ασυμπλήρωτος, ανολοκλήρωτος νεοελλ. (για χρόνο) 1. αέναος, αιώνιος 2. διαρκής, μακροχρόνιος 3. (για τόπο) εκτεταμένος, απέραντος, αχανής 4. (για ποσότητα) άπειρος
    1 KB (86 words) - 11:10, 23 December 2018
  • 原文字根:寧可(更) 字義溯源:最,特別的,獨特的,尤其,尤其是,尤其要,更;更是,更要緊的,確實是,特意,特別;這字是'很'的'最高級',源自(μακροχρόνιος)X*=很) 出現次數:總共(12);徒(3);加(1);腓(1);提前(3);提後(1);多(1);門(1);彼後(1) 譯字彙編: 1)
    6 KB (589 words) - 14:00, 3 October 2019
  • μακρόχρονος: -ον, = μακροχρόνιος, Τζέτζ. Μεθ’ Ὅμ. 744. -η, -ο (AM μακρόχρονος, -ον) μακροχρόνιος νεοελλ. (για φθόγγο ή συλλαβή) μακρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μακρ(ο)-
    548 bytes (35 words) - 07:35, 29 September 2017
  • η (Α μακροχρονιότης, -ητος) μακροχρόνιος 1. η μακρά διάρκεια, το μεγάλο χρονικό διάστημα 2. μακροζωία, μακροβιότητα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    275 bytes (25 words) - 07:35, 29 September 2017
  • stars, Corn.ND17. μακραίων: -ωνος, ὁ, ἡ, (μακρὸς) διαρκῶν ἐπὶ πολύ, μακροχρόνιος, πολυχρόνιος, βίος Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 281, Σοφ. Ο. Τ. 518· μακραίωνι... σχολᾷ
    4 KB (263 words) - 11:50, 26 February 2019
  • ζωτικός, ζωτικής σημασίας μσν.-αρχ. 1. αυτός που ζει πολλά χρόνια, ο μακροχρόνιος 2. (για χώρα ή τόπο) αυτός που τρέφει άφθονα ζώα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ζωή
    542 bytes (41 words) - 07:14, 29 September 2017
  • 不如,加意,遠過,何況,況,代替,還大,越發;這字是'很'的'比較級',源自(μάλιστα)=最,特別的);而 (μάλιστα)出自(μακροχρόνιος)X*=很) 出現次數:總共(81);太(9);可(5);路(5);約(4);徒(7);羅(8);林前(10);林後(8);加(2);弗(
    13 KB (1,541 words) - 14:09, 3 October 2019
  • (μακροθυμέω)長期感受 4) (μακροθυμία)堅忍 5) (μακροθύμως)恆忍地 6) (μακρός)長久,久遠 7) (μακροχρόνιος)長壽的 出現次數:總共(10);太(1);可(1);路(2);約(1);徒(3);弗(2) 譯字彙編: 1) 遠(4) 路7:6; 路15:20;
    12 KB (1,147 words) - 14:00, 3 October 2019
  • -ή, -ό, Ν πολυκαιρία 1. αυτός που διαρκεί πολύ καιρό, μακροχρόνιος 2. παλιωμένος («πολυκαιρινό σπίτι»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    233 bytes (24 words) - 12:05, 29 September 2017
  • -α, -ο Μαθουσάλας αυτός που διαρκεί πολλά χρόνια, μακροχρόνιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    151 bytes (18 words) - 07:35, 29 September 2017
  • μακροχρονία, ἡ (Α) μακροχρόνιος η μεγάλη χρονική διάρκεια, η μακρότητα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    171 bytes (19 words) - 07:35, 29 September 2017
  • Uebereilung und Versäumniß. δηναιός: -ή, -όν, Δωρ. δᾱναιός, ά, όν, μακροχρόνιος, διαρκής, Ἰλ. Ε. 407· δ. κλέος Θεόκρ. 16. 54· ἐπὶ μακρὸν διαρκέσασα,
    9 KB (804 words) - 15:15, 9 January 2019
  • μακροχρονέω, ἴδε Λοβεκ. Φρύν. 569. (AM μακροχρονίζω) μακροχρόνιος ζω ή διαρκώ πολλά χρόνια, γίνομαι μακροχρόνιος νεοελλ. παρατείνω μια ενέργεια για μεγάλο χρονικό
    1 KB (66 words) - 07:35, 29 September 2017
  • ασυμπλήρωτος, ανολοκλήρωτος νεοελλ. (για χρόνο) 1. αέναος, αιώνιος 2. διαρκής, μακροχρόνιος 3. (για τόπο) εκτεταμένος, απέραντος, αχανής 4. (για ποσότητα) άπειρος
    3 KB (177 words) - 17:24, 31 December 2018
  • années. Étymologie: πολύς, ἔτος. -ές, ΝΜΑ αυτός που διαρκεί πολλά έτη, μακροχρόνιος (α. «πολυετής εκπαίδευση» β. «πολυετεῑς πόλεμοι», Φίλ.) νεοελλ. φρ. α)
    5 KB (376 words) - 10:55, 10 January 2019
  • λέγεται για πράγματα, καταστάσεις και παρόμοια, αυτός που παραμένει, μακροχρόνιος, σταθερός, Λατ. stabilis, σε Ευρ., Θουκ. κ.λπ. μόνῐμος: 2, реже 3 1)
    9 KB (683 words) - 15:20, 2 October 2019
  • σχοινοτένεια, η μακρότητα νεοελλ. ο πολύ εκτεταμένος σε χρονική διάρκεια, μακροχρόνιος. επίρρ... μακροτενῶς (Μ) με μακροτενή, διεξοδικό τρόπο, διεξοδικά, σχοινοτενώς
    2 KB (75 words) - 07:35, 29 September 2017
  • έχω μείνει καιρό χωρίς τροφή, σε Ευρ. 3. αυτός που καθυστερεί πολύ, μακροχρόνιος, σε Αισχύλ.· χρόνιοι μέλλετε πράσσειν, σε Σοφ.· χρόνια τὰ τῶν θεῶν, σε
    14 KB (1,198 words) - 11:45, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)