Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μακρός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Lat. macer.) μακρός: -ά, -όν, [ᾰ φύσει, ἀλλὰ μηκύνεται χάριν τοῦ μέτρου, πρβλ. μᾰκεδνός, μῆκος, Δωρ. μᾶκος]· (ἴδε ἐν τέλ.) Μακρός, ἤτοι κατὰ τόπον
    46 KB (4,152 words) - 09:20, 8 July 2020
  • μακρόν: τό, οὐδ. τοῦ μακρός· ἴδε ἐν λ. παράβασις ΙΙΙ. μακρόν: τό, ουδ. του μακρός· βλ. μακρός III, παράβασις III. μακρόν: adv. 1) на дальнее расстояние
    856 bytes (61 words) - 23:42, 31 December 2018
  • ;源自(μακρός)=長久,久遠);而 (μακρός)出自(μῆκος)*=長) 同源字:1) (μακράν)遙遠 2) (μακρόθεν)遠遠地 3) (μακροθυμέω)長期感受 4) (μακροθυμία)堅忍 5) (μακροθύμως)恆忍地 6) (μακρός)長久,久遠
    12 KB (1,178 words) - 09:20, 8 July 2020
  • and V. ὅσος, ὁπόσος. abundant: P. and V. πολύς, ἄφθονος. long: P. and V. μακρός. broad: P. and V. εὐρύς. important: P. ἀξιόλογος. διάφορος, P. and V. μέγιστος
    2 KB (123 words) - 17:05, 20 June 2020
  • στην απαθή βαθμίδα της μακρόφωνης ΙΕ ρίζας māk- «μακρός, λεπτός», στην οποία ανάγεται και η λ. μακρός. Ο τ. εμφανίζεται ως β' συνθετικό με τη μορφή -μήκης
    6 KB (439 words) - 07:38, 29 September 2017
  • («διὰ νὰ μετρήσει τὴν γῆν τοῦ μάκρου καὶ τοῦ πλάτου», Χούμν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μακρός, με αναβιβασμό του τόνου (πρβλ. πλατύς: πλάτος, φαρδύς: φάρδος)]. Αναζήτηση
    3 KB (185 words) - 16:55, 28 June 2020
  • μακρών, -ῶνος, ὁ (Μ) πιθ. ανοιχτή στοά ή κλειστός διάδρομος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μακρός + επίθημα -ών]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    334 bytes (23 words) - 07:27, 29 September 2017
  • first line of phalanx, Ascl.Tact.2.5. (From same Root as μακρός. Hence μήκιστος, Sup. of μακρός.) [Seite 172] τό, dor. μᾶκος, die Länge; ῥόπαλον – τόσσον
    24 KB (2,191 words) - 09:45, 8 July 2020
  • ή κατάσταση) σοβαρός 2. (για τόπο) μακρινός, απομακρυσμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μακρός, κατά τα επίθ. σε -ύς (πρβλ. γλυκός: γλυκύς). Το επίθ. μακριός είναι μεταπλασμένος
    1 KB (101 words) - 07:35, 29 September 2017
  • depuis longtemps. Étymologie: μακρός, -θεν. adverb from μακρός; from a distance or afar: afar off, from far. (μακρός), adverb, especially of later
    4 KB (382 words) - 10:46, 1 July 2020
  • μακρότης, Μ και μακρότητα) μακρός 1. η ιδιότητα του μακρού, το να έχει κάτι μεγάλο μήκος ή μεγάλη διάρκεια, η κατά μήκος έκταση, το μάκρος 2. η μεγάλη απόσταση
    906 bytes (85 words) - 12:50, 15 February 2019
  • Of space or time: P. and V. μακρός. very long: P. and V. παμμήκης (Plato). V. ὑπερμήκης. Of time: also use P. and V. πολύς, Ar. and P. συχνός. lasting
    3 KB (281 words) - 08:49, 20 May 2020
  • P. and V. εὐρύς, μακρός, μέγας. ⇢ Look up "spacious" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ
    188 bytes (23 words) - 09:21, 20 May 2020
  • ἤρτυον τὰ κρέα», Ησύχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Κατά την επικρατέστερη εκδοχή < ταναός «μακρός, τεταμένος, υψηλός» (< τείνω) + ἄγρα «κυνήγι»]. Αναζήτηση σε: Google |
    667 bytes (42 words) - 12:57, 29 September 2017
  • long: P. and V. μακρός. far off: V. ἔκτοπος, ἄποπτος, τηλουρός, τηλωπός; see far. most distant: P. and V. ἔσχατος. take part in distant expeditions: P
    1 KB (133 words) - 08:50, 20 May 2020
  • προέρχεται από τόπο ο οποίος βρίσκεται μακριά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μακρινός < μακρός + κατάλ. -ινός, ενώ ο τ. μακρυνός < μακρύς + κατάλ. -νός (πρβλ. βράδυ: βραδινός)]
    1 KB (83 words) - 07:35, 29 September 2017
  • -η -ο (Α ἀμφίμακρος, -ον) 1. ο μακρός και από τις δύο πλευρές 2. (στη Μετρική) «ποὺς» μακρός στην πρώτη και τρίτη συλλαβή [π. χ. Οιδίπους (-υ-)], που έχει
    603 bytes (47 words) - 06:52, 29 September 2017
  • large: P. and V. μέγας, πολύς. long: P. and V. μακρός. wide: P. and V. εὐρύς; see wide. abundant: P. and V. ἄφθονος. ⇢ Look up "extensive" on Perseus
    377 bytes (40 words) - 08:59, 20 May 2020
  • long: P. and V. μακρός. irksome: P. and V. ὀχληρός, βαρύς, δυσχερής, Ar. καματηρός. slow: P. and V. βραδύς, σχολαῖος (Soph., Fragment). ⇢ Look up "tedious"
    431 bytes (39 words) - 08:57, 20 May 2020
  • προήγαγεν εἰς τοῦτό μου τὸν βίον (Isocrates 413A). prolonged, long: P. and V. μακρός. lasting long: P. and V. χρόνιος. ⇢ Look up "prolong" on Perseus Dictionaries
    735 bytes (77 words) - 09:16, 20 May 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)