Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μακρός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Lat. macer.) μακρός: -ά, -όν, [ᾰ φύσει, ἀλλὰ μηκύνεται χάριν τοῦ μέτρου, πρβλ. μᾰκεδνός, μῆκος, Δωρ. μᾶκος]· (ἴδε ἐν τέλ.) Μακρός, ἤτοι κατὰ τόπον
    47 KB (4,117 words) - 14:00, 3 October 2019
  • μακρόν: τό, οὐδ. τοῦ μακρός· ἴδε ἐν λ. παράβασις ΙΙΙ. μακρόν: τό, ουδ. του μακρός· βλ. μακρός III, παράβασις III. μακρόν: adv. 1) на дальнее расстояние
    856 bytes (61 words) - 23:42, 31 December 2018
  • ;源自(μακρός)=長久,久遠);而 (μακρός)出自(μῆκος)*=長) 同源字:1) (μακράν)遙遠 2) (μακρόθεν)遠遠地 3) (μακροθυμέω)長期感受 4) (μακροθυμία)堅忍 5) (μακροθύμως)恆忍地 6) (μακρός)長久,久遠
    12 KB (1,147 words) - 14:00, 3 October 2019
  • and V. ὅσος, ὅποσος. Abundant: P. and V. πολύς, ἄφθονος. Long: P. and V. μακρός. Broad: P. and V. εὐρύς. Important: P. ἀξιόλογος. διάφορος, P. and V. μέγιστος
    1 KB (124 words) - 17:56, 24 February 2019
  • στην απαθή βαθμίδα της μακρόφωνης ΙΕ ρίζας māk- «μακρός, λεπτός», στην οποία ανάγεται και η λ. μακρός. Ο τ. εμφανίζεται ως β' συνθετικό με τη μορφή -μήκης
    6 KB (439 words) - 07:38, 29 September 2017
  • («διὰ νὰ μετρήσει τὴν γῆν τοῦ μάκρου καὶ τοῦ πλάτου», Χούμν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μακρός, με αναβιβασμό του τόνου (πρβλ. πλατύς: πλάτος, φαρδύς: φάρδος)]. Αναζήτηση
    3 KB (185 words) - 12:40, 15 February 2019
  • μακρών, -ῶνος, ὁ (Μ) πιθ. ανοιχτή στοά ή κλειστός διάδρομος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μακρός + επίθημα -ών]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    334 bytes (23 words) - 07:27, 29 September 2017
  • ή κατάσταση) σοβαρός 2. (για τόπο) μακρινός, απομακρυσμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μακρός, κατά τα επίθ. σε -ύς (πρβλ. γλυκός: γλυκύς). Το επίθ. μακριός είναι μεταπλασμένος
    1 KB (101 words) - 07:35, 29 September 2017
  • first line of phalanx, Ascl.Tact.2.5. (From same Root as μακρός. Hence μήκιστος, Sup. of μακρός.) [Seite 172] τό, dor. μᾶκος, die Länge; ῥόπαλον – τόσσον
    25 KB (2,162 words) - 14:05, 3 October 2019
  • depuis longtemps. Étymologie: μακρός, -θεν. adverb from μακρός; from a distance or afar: afar off, from far. (μακρός), adverb, especially of later
    4 KB (382 words) - 14:00, 3 October 2019
  • μακρότης, Μ και μακρότητα) μακρός 1. η ιδιότητα του μακρού, το να έχει κάτι μεγάλο μήκος ή μεγάλη διάρκεια, η κατά μήκος έκταση, το μάκρος 2. η μεγάλη απόσταση
    906 bytes (85 words) - 12:50, 15 February 2019
  • adj. Of space or time: P. and V. μακρός. Very long: P. and V. παμμήκης (Plat.). V. ὑπερμήκης. Of time: also use P. and V. πολύς, Ar. and P. συχνός. Lasting
    2 KB (285 words) - 09:25, 10 January 2019
  • προήγαγεν εἰς τοῦτό μου τὸν βίον (Isoc. 413A). prolonged, long: P. and V. μακρός. lasting long: P. and V. χρόνιος. Look up prolong on Perseus Dictionaries
    604 bytes (79 words) - 12:01, 7 October 2019
  • ἤρτυον τὰ κρέα», Ησύχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Κατά την επικρατέστερη εκδοχή < ταναός «μακρός, τεταμένος, υψηλός» (< τείνω) + ἄγρα «κυνήγι»]. Αναζήτηση σε: Google |
    667 bytes (42 words) - 12:57, 29 September 2017
  • προέρχεται από τόπο ο οποίος βρίσκεται μακριά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μακρινός < μακρός + κατάλ. -ινός, ενώ ο τ. μακρυνός < μακρύς + κατάλ. -νός (πρβλ. βράδυ: βραδινός)]
    1 KB (83 words) - 07:35, 29 September 2017
  • adj. Long: P. and V. μακρός. Far off: V. ἔκτοπος, ἄποπτος, τηλουρός, τηλωπός; see far. Most distant: P. and V. ἔσχατος. Take part in distant expeditions:
    1 KB (134 words) - 09:27, 21 July 2017
  • adj. P. and V. μέγας. Spacious: P. and V. μακρός, εὐρύς. Very big: P. ὑπερμεγεθής, Ar. ὑπέρμεγας. Fat: P. and V. εὐτραφής, Ar. and P. παχύς. Talk big:
    719 bytes (78 words) - 09:23, 21 July 2017
  • -η -ο (Α ἀμφίμακρος, -ον) 1. ο μακρός και από τις δύο πλευρές 2. (στη Μετρική) «ποὺς» μακρός στην πρώτη και τρίτη συλλαβή [π. χ. Οιδίπους (-υ-)], που έχει
    603 bytes (47 words) - 06:52, 29 September 2017
  • adj. P. and V. εὐρύς, μακρός, μέγας. Look up spacious on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ
    162 bytes (24 words) - 10:03, 21 July 2017
  • adj. Large: P. and V. μέγας, πολύς. Long: P. and V. μακρός. Wide: P. and V. εὐρύς; see wide. Abundant: P. and V. ἄφθονος. Look up extensive on Perseus
    343 bytes (41 words) - 09:39, 21 July 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)