Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μασάομαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • Pre-Greek. Origin: PG [a word of Pre-Greek origin] Etymology: The meaning of μασάομαι suggests an iterative -intensive deverbativ, from a primary yot-present
    9 KB (886 words) - 14:05, 3 October 2019
  • μασι-σσητήρ, incorrectly written for μασάομαι, etc. μάσσεται,    A v. μαίομαι. μασσάομαι: -σσημα, -σσησις, -σσητήρ, ἴδε μασάομαι, κτλ. from a primary masso
    2 KB (163 words) - 14:00, 3 October 2019
  • 原文音譯:mastÒj 馬士拖士 詞類次數:名詞(3) 原文字根:胸 字義溯源:乳,胸,乳養;源自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理) 出現次數:總共(3);路(2);啓(1) 譯字彙編:
    3 KB (294 words) - 14:16, 3 October 2019
  • 原文音譯:m£thn 馬田 詞類次數:副詞(2) 原文字根:空虛 字義溯源:徒然,徒勞,枉然;源自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理)。參讀 (ματαιολογία)同源字比較: (κενῶς)=徒然
    10 KB (954 words) - 14:00, 3 October 2019
  • )=虛妄的);而 (μάταιος)出自(μάτην)=徒然), (μάτην)出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作),而 (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理,擠)。參讀 (ματαιολογία)同源字 出
    2 KB (236 words) - 14:00, 3 October 2019
  •    A = μασάομαι, chew, eat, Nic.Th.918. μαστάζω: μέλλ. -ξω, = μασάομαι, μασῶμαι, τρώγω, Νικ. Θ. 916. μαστάζω (Α) μασώ, τρώγω. [ΕΤΥΜΟΛ. < μάσταξ «στόμα
    966 bytes (43 words) - 23:48, 31 December 2018
  • word is prob. of Pre-Greek origin. See also: -- Weiteres s. μασάομαι. μάσταξ, ακος, μασάομαι I. that with which one chews, the mouth, Od. II. that which
    12 KB (1,134 words) - 13:40, 2 October 2019
  • 字義溯源:虛妄的,無用的,閒散的,虛的,徒然,無價值的,愚昧的;源自(μάτην)=徒然);而 (μάτην)出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作), (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理)。參讀 (ματαιολογία)同源字 出現次數
    16 KB (1,324 words) - 14:00, 3 October 2019
  • (שֹׁוט‎ / שִׁיט‎) 字義溯源:鞭子*,鞭撻,災病,疾病,災患,鞭打;或出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X=處理*) 同源字:1) (μαστιγόω)重打 2) (μαστίζω)鞭打
    15 KB (1,456 words) - 14:00, 3 October 2019
  • εἴρω)*=陳述)組成,其中 (μάταιος)出自(μάτην)=徒然), (μάτην)出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作), (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理) 同源字:1) (ματαιολογία)閒談 2)
    3 KB (249 words) - 14:00, 3 October 2019
  • / μαζός)=乳,胸);而 (μασθός / μαστός / μαζός)出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作), (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理)。比較 (δέρω)同義字 出現次數:總共(1);徒(1)
    6 KB (497 words) - 13:05, 3 October 2019
  • 原文音譯:mastÒj 馬士拖士 詞類次數:名詞(3) 原文字根:胸 字義溯源:乳,胸,乳養;源自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理) 出現次數:總共(3);路(2);啓(1) 譯字彙編:
    1 KB (133 words) - 13:22, 3 October 2019
  • 原文音譯:mastÒj 馬士拖士 詞類次數:名詞(3) 原文字根:胸 字義溯源:乳,胸,乳養;源自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理) 出現次數:總共(3);路(2);啓(1) 譯字彙編:
    21 KB (1,901 words) - 14:00, 3 October 2019
  • inf. prés. de μασάομαι.
    62 bytes (4 words) - 19:30, 9 August 2017
  • εἴρω)*=陳述)組成;其中 (μάταιος)出自(μάτην)=徒然), (μάτην)出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作), (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理,榨)。參讀 (ματαιολογία)同源字 出現次數:總共(1);多(1)
    2 KB (219 words) - 14:00, 3 October 2019
  • Gp.12.33.    II metaph., carp at, τι Philostr.VSPraef. [Seite 589] (s. μασάομαι), zerkauen, Apollophan. com. Ath. III, 75 e; Arist. H. A. 9, 6 u. Sp.;
    3 KB (256 words) - 06:36, 1 January 2019
  • 字義溯源:揉去,擦乾,擦;由(ἐκ / ἐκπερισσῶς / ἐκφωνέω)*=出)與(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作)組成;其中 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理) 出現次數:總共(5);路(2);約(3) 譯字彙編:
    17 KB (1,696 words) - 13:30, 3 October 2019
  • ον, (μασάομαι)    A unchewed, LXX Jb.20.18, Archig. ap. Orib.8.46.11, Philum.Ven.3.3. [Seite 117] ungekaut, Suid. ἀμάσητος: -ον, (μασάομαι) ὡς καὶ
    2 KB (156 words) - 06:52, 29 September 2017
  • ου, ὁ, (μασάομαι)    A trencher-companion, parasite, Alex.236, Timocl.9.6. [Seite 489] ὁ, Mitkauer, komisch = παράσιτος, Alexis bei Ath. VI, 242 c u
    1 KB (78 words) - 12:14, 29 September 2017
  • 2, 69, consigner dans l’histoire. (2) mandō,¹² mandī, mānsum, ĕre (cf. μασάομαι), tr., 1 mâcher : Cic. Nat. 2, 122 ; tristia vulnera sævo dente Ov. M.
    15 KB (2,024 words) - 04:25, 28 February 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)