Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μασάομαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • Pre-Greek. Origin: PG [a word of Pre-Greek origin] Etymology: The meaning of μασάομαι suggests an iterative -intensive deverbativ, from a primary yot-present
    8 KB (891 words) - 09:20, 8 July 2020
  • written for μασάομαι, etc. μάσσεται,    A v. μαίομαι. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works μασσάομαι: -σσημα, -σσησις, -σσητήρ, ἴδε μασάομαι, κτλ
    2 KB (168 words) - 09:25, 8 July 2020
  • 原文音譯:mastÒj 馬士拖士 詞類次數:名詞(3) 原文字根:胸 字義溯源:乳,胸,乳養;源自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理) 出現次數:總共(3);路(2);啓(1) 譯字彙編:
    3 KB (299 words) - 09:20, 8 July 2020
  • 原文音譯:m£thn 馬田 詞類次數:副詞(2) 原文字根:空虛 字義溯源:徒然,徒勞,枉然;源自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理)。參讀 (ματαιολογία)同源字比較: (κενῶς)=徒然
    10 KB (988 words) - 17:50, 14 July 2020
  • )=虛妄的);而 (μάταιος)出自(μάτην)=徒然), (μάτην)出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作),而 (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理,擠)。參讀 (ματαιολογία)同源字 出
    2 KB (241 words) - 19:25, 29 June 2020
  •    A = μασάομαι, chew, eat, Nic.Th.918. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works μαστάζω: μέλλ. -ξω, = μασάομαι, μασῶμαι, τρώγω, Νικ. Θ. 916.
    956 bytes (48 words) - 19:15, 29 June 2020
  • word is prob. of Pre-Greek origin. See also: -- Weiteres s. μασάομαι. μάσταξ, ακος, μασάομαι I. that with which one chews, the mouth, Od. II. that which
    12 KB (1,139 words) - 14:40, 14 July 2020
  • 字義溯源:虛妄的,無用的,閒散的,虛的,徒然,無價值的,愚昧的;源自(μάτην)=徒然);而 (μάτην)出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作), (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理)。參讀 (ματαιολογία)同源字 出現次數
    16 KB (1,367 words) - 14:55, 4 July 2020
  • (שֹׁוט‎ / שִׁיט‎) 字義溯源:鞭子*,鞭撻,災病,疾病,災患,鞭打;或出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X=處理*) 同源字:1) (μαστιγόω)重打 2) (μαστίζω)鞭打
    14 KB (1,485 words) - 09:20, 8 July 2020
  • εἴρω)*=陳述)組成,其中 (μάταιος)出自(μάτην)=徒然), (μάτην)出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作), (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理) 同源字:1) (ματαιολογία)閒談 2)
    3 KB (254 words) - 22:10, 30 June 2020
  • / μαζός)=乳,胸);而 (μασθός / μαστός / μαζός)出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作), (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理)。比較 (δέρω)同義字 出現次數:總共(1);徒(1)
    6 KB (502 words) - 09:25, 8 July 2020
  • 原文音譯:mastÒj 馬士拖士 詞類次數:名詞(3) 原文字根:胸 字義溯源:乳,胸,乳養;源自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理) 出現次數:總共(3);路(2);啓(1) 譯字彙編:
    1 KB (138 words) - 13:22, 3 October 2019
  • inf. prés. de μασάομαι. μασᾶσθαι = (see also μασάομαι, μάσσω): chew ⇢ Look up "μασᾶσθαι" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation
    156 bytes (32 words) - 16:30, 5 June 2020
  • εἴρω)*=陳述)組成;其中 (μάταιος)出自(μάτην)=徒然), (μάτην)出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作), (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理,榨)。參讀 (ματαιολογία)同源字 出現次數:總共(1);多(1)
    2 KB (224 words) - 10:48, 1 July 2020
  • VSPraef. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 589] (s. μασάομαι), zerkauen, Apollophan. com. Ath. III, 75 e; Arist. H. A. 9, 6 u. Sp.;
    3 KB (259 words) - 22:45, 7 July 2020
  • 原文音譯:mastÒj 馬士拖士 詞類次數:名詞(3) 原文字根:胸 字義溯源:乳,胸,乳養;源自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作);而 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理) 出現次數:總共(3);路(2);啓(1) 譯字彙編:
    21 KB (1,933 words) - 17:00, 14 July 2020
  • 字義溯源:揉去,擦乾,擦;由(ἐκ / ἐκπερισσῶς / ἐκφωνέω)*=出)與(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作)組成;其中 (μασάομαι / μασσάομαι)出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理) 出現次數:總共(5);路(2);約(3) 譯字彙編:
    17 KB (1,699 words) - 15:43, 8 July 2020
  • ον, (μασάομαι)    A unchewed, LXX Jb.20.18, Archig. ap. Orib.8.46.11, Philum.Ven.3.3. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 117] ungekaut
    2 KB (159 words) - 11:15, 29 June 2020
  • ου, ὁ, (μασάομαι)    A trencher-companion, parasite, Alex.236, Timocl.9.6. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 489] ὁ, Mitkauer, komisch
    1 KB (83 words) - 18:35, 1 July 2020
  • 成;其中 (αὐτός)出自(Ἀττάλεια)X*=反身),而 (μάτην)出自(μασάομαι / μασσάομαι)=咬,試作), (μασάομαι / μασσάομαι)又出自(μασάομαι / μασσάομαι)X*=處理) 出現次數:總共(2);可(1);徒(1) 譯字彙編:
    24 KB (2,125 words) - 21:55, 7 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)