Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μεγακήτης" on this wiki. See also the other search results found.

  • νηῦς, ‘wide-bellied,’ Il. 8.222 ; πόντος, ‘wide-yawning,’ Od. 3.158. μεγακήτης, -ες (Α) 1. (για τη θάλασσα) αυτός που έχει αφθονία κητών («ἐστόρεσεν δὲ
    5 KB (364 words) - 03:40, 10 January 2019
  • κητέλαια, κητοειδής, κητόσαυρος, κητόσπερμα. (Β' συνθετικό) αρχ. βαθυκήτης, μεγακήτης, πολυκήτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (96 words) - 07:23, 29 September 2017
  • ἔννοιαν τοῦ βάθους, τῆς ἀβύσσου, ὡς τὸ καιάδας, πρβλ. καιετάεις, κητώεις, μεγακήτης, καὶ τὸ κῆτος θὰ ἦτο θηρίον τῶν βαθέων ὑδάτων, πρβλ. Λατ. s-quat-ina (καρχαρίας)·
    11 KB (946 words) - 13:55, 3 October 2019
  • 26, cf. Pl.R.611e, Ti.25a, LXX Ex.15.5; π. ἀπείριτος, ἀπείρων, εὐρύς, μεγακήτης, Od.10.195, Il.1.350,6.291, Od.3.158; π. ἠεροειδής, ἰοειδής, μέλας, οἶνοψ
    28 KB (2,570 words) - 15:40, 2 October 2019
  • δὲν περιγράφει αὐτὸν πλειότερον εἰ μὴ καλῶν αὐτὸν ἁπλῶς διὰ τοῦ ἐπιθέτου μεγακήτης. ΙΙ. ὄγκος μελύβδου πιθ. ἔχων τὸ σχῆμα τοῦ δελφῖνος, ὅστις ἐκρέματο ἐκ
    2 KB (180 words) - 09:44, 5 August 2017
  • δύναται νὰ σημαίνῃ «πλήρης σπηλαίων» (ἐκ τῆς √ΛΑΚ, λάκκος). ― πρβλ. ὡσαύτως μεγακήτης. ώεσσα, ῶεν; creusé de ravins profonds. Étymologie: DELG cf. καιάδας
    6 KB (447 words) - 02:55, 10 January 2019
  • πόντος    A deep yawning sea, Thgn.175; cf. μεγακήτης. [Seite 424] ες (κῆτος), tief gehöhlt, πόντος Theogn. 175; daraus Luc. Tim. 26. βᾰθῠκήτης: πόντος
    1 KB (88 words) - 20:15, 9 January 2019
  • μεγαβρεμέτης, μεγαδάκτυλος, μεγάδωρος, μεγαθαμβής, μεγαθαρσύς, μεγαίνητος, μεγακήτης, μεγακυδής, μεγαλκής, μεγάμυκος, μεγάνωρ, μεγασθενής, μεγασχιδής, μεγάτολμος
    2 KB (91 words) - 07:36, 29 September 2017
  • Solmsen Unt. 123f. u. a. ein Wort κῆτος = Schlund, Höhlung ansetzt, das in μεγακήτης (von δελφίς, ναῦς, evtl. auch von πόντος) erhalten wäre (anders darüber
    4 KB (445 words) - 15:05, 2 October 2019
  • изобилующий чудовищами = μεγακήτης Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    42 bytes (38 words) - 02:55, 14 October 2019
  • παχύς, περίμετρος, παμμεγέθης, πάμπολυς, παμπόλλη, πάμπολυ, ὑπέρογκος, μεγακήτης, ἀχανής, τανύπλευρος, ὑπερφυής Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    1 KB (89 words) - 09:50, 15 October 2019
  • ὑπερφυής, ἀποφώλιος, τεράστιος, ἀλλόκοτος, κητώδης, ἄδαιτος, ἄτοπος, μεγακήτης Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    216 bytes (45 words) - 09:55, 15 October 2019