Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μεγαλόσωμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • ALL | General | Authors & Works μεγᾰλόσωμος: -ον, = τῷ προηγ., Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Βατρ. 55, κτλ. -η, -ο (Α μεγαλόσωμος, -ον) αυτός που έχει ογκώδες και
    996 bytes (58 words) - 07:36, 29 September 2017
  • μεγαλόσωμο άνθρωπο και για ασθενή που ανέλαβε) ισχυρός, γερός, γιγαντόσωμος, μεγαλόσωμος («τόσο μικρός στα χρόνια και έγινε θηρίο») 2. άτακτο, ατίθασο παιδί 3
    5 KB (277 words) - 07:17, 29 September 2017
  • εὔσωμος, -ον) αυτός που έχει καλή σωματική διάπλαση νεοελλ. σωματώδης, μεγαλόσωμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -σωμος (< σώμα) πρβλ. μεγαλό-σωμος, τρί-σωμος]. Αναζήτηση
    525 bytes (32 words) - 06:34, 29 September 2017
  • Θηλαστικών της οικογένειας Ursidae) 2. το δέρμα της αρκούδας 3. μτφ. α) ο μεγαλόσωμος β) ο πολύ τριχωτός γ) παχιά και άσχημη γυναίκα δ) η Ρωσία. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    1 KB (66 words) - 06:58, 29 September 2017
  • άσωμος, βαρύσωμος, βραχύσωμος, ενσώματος, εύσωμος / -σώματος, λεπτόσωμος, μεγαλόσωμος / -σώματος, ολοσώματος / ολόσωμος, πλατύσωμος, σύσσωμος / -σώματος αρχ
    17 KB (1,209 words) - 12:52, 29 September 2017
  • ο, θηλ. -άλισσα και -άλα, ουδ. -ικο 1. (για πρόσωπα) υπερβολικά μεγαλόσωμος, πλαδαρός, άκομψος, άχαρος και δυσκίνητος 3. (για πράγματα) χονδροειδής, κακότεχνος
    473 bytes (34 words) - 12:00, 29 September 2017
  • άγρια φυλή που καταστράφηκε από τους θεούς μσν.-νεοελλ. 1. υπερβολικά μεγαλόσωμος 2. υπερβολικά δυνατός νεοελλ. 1. ρωμαλέος, ηρωικός 2. (στα παραμύθια)
    2 KB (128 words) - 07:02, 29 September 2017
  • -η, -ο (Μ μεγαλόκορμος, -ον) μεγαλόσωμος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    99 bytes (15 words) - 06:46, 29 September 2017
  • και κορμαράς, ο σωματώδης, εύσωμος, μεγαλόσωμος. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κορμαράς < κορμάρα. Ο τ. κορμαλάς < κορμαράς με ανομοίωση]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    384 bytes (26 words) - 07:25, 29 September 2017
  • -η, -ο (Μ γιγαντόσωμος, -ον) αυτός που έχει σώμα γίγαντα, ο υπερβολικά μεγαλόσωμος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    310 bytes (31 words) - 06:39, 29 September 2017
  • το, Ν 1. αδέσποτος μεγαλόσωμος σκύλος που συχνάζει στα κρεοπωλεία 2. μτφ. (για πρόσ.) χαραμοφάης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    241 bytes (24 words) - 13:01, 29 September 2017
  • γιγαντογενής, -ές (Μ) 1. από γενιά γιγάντων 2. αυτός που μοιάζει με γίγαντα, μεγαλόσωμος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    208 bytes (23 words) - 07:01, 29 September 2017
  • που παραμένει διαρκώς μέσα στο πλοίο για να το φυλάγει 2. άγριος και μεγαλόσωμος σκύλος 3. (για πρόσ.) άγριος, ακοινώνητος, αγριάνθρωπος 4. (για ναυτικούς)
    626 bytes (52 words) - 07:21, 29 September 2017
  • δύναμη και ταχύτητα 2. δράκοντας, φτερωτό φίδι 3. άνθρωπος υπερβολικά μεγαλόσωμος, γενναίος κ.λπ. νεοελλ. αβάφτιστο βρέφος. [ΕΤΥΜΟΛ. Στη λ. δράκων απαντά
    2 KB (174 words) - 06:27, 29 September 2017
  • μυθολογίας που κατοικούσαν σε νησί του Αδριατικού Πελάγους νεοελλ. 1. μτφ. μεγαλόσωμος, γίγαντας, κολοσσός 2. υβριστ. μονόφθαλμος άνθρωπος αρχ. 1. αυτός που
    2 KB (161 words) - 11:10, 19 December 2018
  • κατάφρακτο πολεμικό ιστιοφόρο, δίκροτο ή τρίκροτο 2. (για πρόσ.) ο ψηλός, ο μεγαλόσωμος άνθρωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. de ligne, που προήλθε από τη φρ. batiment de
    511 bytes (42 words) - 07:03, 29 September 2017
  • και ταυραμπάς, ο, Ν μεγαλόσωμος και παχύσαρκος ιερέας ή μοναχός. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ταυραμπάς < ταύρος + αβάς, ενώ ο τ. ταβλαμπάς, κατά μία άποψη, είναι δ.
    588 bytes (46 words) - 12:55, 29 September 2017
  • ο (Μ μοῡργος) νεοελλ. 1. μεγαλόσωμος ποιμενικός σκύλος, ιδίως με σκούρο χρώμα 2. ως επίθ. (για πρόσ.) αγριάνθρωπος, αγροίκος μσν. ως επίθ. (για ίππο ή
    1 KB (76 words) - 11:57, 29 September 2017
  • τους ωκεανούς, ιδίως σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές. Είναι ένας μεγαλόσωμος καρχαρίας, μήκους μέχρι 6 μέτρων το μισό όμως του μήκους του αποτελείται
    816 bytes (70 words) - 06:49, 29 September 2017
  • πλατέα, τοίχους οὐκ ἔχοντ’ Φερεκράτης ἐν «Τυραννίδι» 1. 3) ἐπὶ ἀνθρώπου, μεγαλόσωμος, οὐ γὰρ οἱ πλατεῖς, οὐδ’ εὐρύνωτοι Σοφ. Αἴ. 1250. 4) μεταφορ., πλ. ὅρκος
    37 KB (3,516 words) - 19:27, 20 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)