Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μελανόχροος" on this wiki. See also the other search results found.

  • γαῖα, Opp. Cyn. 2, 148. Auch gen. μελανόχροος, Nic. Th. 441; u., Plur. μελανόχροες κύαμοι, Il. 13, 589. μελᾰνόχροος: -ον, = μελάγχροος, Ὀδ. Τ. 246· ἑτερόκλ
    3 KB (185 words) - 09:28, 31 December 2018
  • ὃν καί τινες εἰκονισμὸν λέγουσιν, οἷον (Ὀδ. Τ. 246) γυρὸς ἐν ὤμοισιν μελανόχροος, οὐλοκάρηνος, Ρήτορες (Walz) τ. 8. σ. 751, κλπ. ο, ΝΜΑ χαρακτηρίζω η
    2 KB (131 words) - 13:01, 29 September 2017
  • -ουν (ΑM μελάγχρους και μελανόχρους -ουν, Α και μελάγχροος, -οον και μελανόχροος και μελανίχροος, -οον και μελάγχρως, -ων και μελανόχρως, ὁ, ἡ, και μέλαγχρος
    2 KB (101 words) - 14:10, 9 January 2019
  • Heteroklisie 59f. und Wackernagel Unt. 146f.). Sehr oft als Hinterglied, z.B. μελανόχροος mit dunkler Haut (τ 246, thematisch erweitert), pl. μελανόχροες (Ν 589)
    7 KB (740 words) - 16:10, 2 October 2019
  • ους, ουν : c. μελανόχροος. -ουν (ΑM μελανόχρους, -ουν, Α και μελανόχροος, -οον και μελανόχρως, ὁ, ἡ) βλ. μελάγχρους. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    416 bytes (37 words) - 03:55, 10 January 2019
  • σε Θουκ.· ἄρχοντας ἀπὸ κυάμου καθιστάναι, σε Ξεν. κύᾰμος: ὁ 1) боб (μελανόχροος Hom.; χλοερός Batr.); 2) боб (который вынимался при выборах: белый - «за»
    18 KB (1,662 words) - 15:10, 2 October 2019
  • Εὔπολ. ἐν Ἀδήλ. 69, Ἀντιφάν. ἐν «Κωρύκῳ» 3, Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 340, πρβλ. μελανόχροος. οος, οον; c. μελαγχροιής. μελάγχροος: -ον (χρόα), συνηρ. -χρους,
    3 KB (257 words) - 00:08, 1 January 2019
  • oft als Vorderglied, z.B. μελάγχροος (pl. -ες), -χροιής, -χρής, -χρως- μελανόχροος usw. mit dunkler Haut (ausführlich Sommer Nominalkomp. 21ff. m. Lit.;
    42 KB (3,716 words) - 14:01, 3 October 2019
  • trauererfüllt, Aesch. Suppl. 766. 1gén. –χροος, nom. pl. -χροες; c. μελανόχροος. 2ως, ων ; gén. ωτος; de couleur noire ou sombre ; fig. sombre, triste
    1 KB (92 words) - 03:40, 10 January 2019