Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μετά" on this wiki. See also the other search results found.

  • (Buttmann, § 127, 4); μετά τρεῖς μῆνας, Acts 28:11; μετά ἔτη τρία, Galatians 1:18, etc.; μετά χρόνον πολύν, Matthew 25:19; μετά τοσοῦτον χρόνον, Hebrews
    80 KB (8,509 words) - 12:05, 26 February 2019
  • μετὰ: τῶν ἀνωτέρω ὑποδιαιρέσεων. ΙΙ. ὁ ἄνευ διαθήκης, αἱ δὲ τίς κα τῶν καρπιζομένων ἄτεκνος, ἄφωνος ἀποθάνει, τᾶς πόλιος πᾶσαν τὰν ἐπικορπίαν ἦμεν Πίνακ
    353 bytes (26 words) - 09:48, 5 August 2017
  • 3. φρ. «έπειτα από» α) κατόπιν, ύστερα, μετά («έπειτα από χρόνια θα έχουν ξεχαστεί όλα») β) ως συνέπεια μετά από κάτι άλλο ή σ' αντίθεση («έπειτα από
    4 KB (307 words) - 12:17, 15 February 2019
  • μεταγενέστερος νεοελλ. 1. αυτός που γεννήθηκε τελευταίος ή μετά τον θάνατο του πατέρα 2. αυτός που γεννήθηκε μετά τον πρωτότοκο αδελφό, δευτερότοκος αρχ. το ουδ.
    1 KB (58 words) - 12:41, 29 September 2017
  • τους, μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα ή κατά τη συγκομιδή 2. φρ. «υπολείμματα καλλιέργειας» — φυτά ή τμήματα φυτών που μένουν στον αγρό μετά τη συγκομιδή
    918 bytes (74 words) - 12:59, 29 September 2017
  • prep. P. and V. μετά (gen.), σύν (dat.) (Dem. 823, but rare in P. except in a few phrases, as σὺν ὅπλοις). Together with: P. and V. ἅμα (dat.), ὁμοῦ (dat
    638 bytes (81 words) - 10:09, 21 July 2017
  • ἱρόν) βλ. ιερός. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένο ουδ. του επιθ. ιερός, το οποίο μετά τον Όμηρο στην Ιωνική - Αττική δήλωνε τον ιερό τόπο, το άδυτο (βλ. και λ
    443 bytes (42 words) - 07:18, 29 September 2017
  • οι καιρικές συνθήκες ζ) «εμπόλεμη κατάσταση» — οι συνθήκες που επικρατούν μετά την κήρυξη του πολέμου η) «κατάσταση πραγμάτων» — όπως είναι τα πράγματα
    4 KB (317 words) - 07:22, 29 September 2017
  • (κυρίως στον Όμ.) με απαρμφ. μετά από καταφατικές αλλά και μετά από αρνητικές προτάσεις, ενώ στους Αττικούς συγγραφείς συχνά μετά από καταφατικές προτάσεις
    5 KB (449 words) - 12:55, 15 February 2019
  • Ν καθετί που τρώγεται, έδεσμα, φαΐ νεοελλ. 1. γεύμα ή δείπνο («θα φύγουν μετά το φαγητό») 2. η όρεξη για φαγητό («εχάθηκεν ο ύπνος της κι εκόπη το φαητό
    971 bytes (80 words) - 12:59, 29 September 2017
  • ἀγαπητῶς: α) με χαρά, ευχάριστα β) μόλις για να ευχαριστηθεί κάποιος, μόλις και μετά βίας. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    616 bytes (54 words) - 06:31, 29 September 2017
  • (AM ἐπιζῶ, -ήω) ζω, εξακολουθώ να υπάρχω και μετά τον θάνατο κάποιου ή μετά από κάποιο γεγονός (α. «επέζησαν του πολέμου» β. «επιζήσαμε» γ. «επέζησε του
    615 bytes (56 words) - 12:25, 15 February 2019
  • η, Ν κοκκοειδής καύσιμη ύλη που απομένει μετά τη σύνθλιψη τών πυρήνων τών καρπών της ελιάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυρήν, -ῆνος, με αλλαγή γένους κατά το ελιά]. Αναζήτηση
    399 bytes (34 words) - 12:25, 29 September 2017
  • τακτοποιώ 2. ρυθμίζω, κανονίζω 3. (στους Στωικούς) αποκαθιστώ την τάξη του κόσμου μετά την εκπύρωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + κοσμώ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    829 bytes (57 words) - 07:03, 29 September 2017
  • γυναίκα) 1. το θηλυκό φύλο του ανθρώπου 2. αυτή που έχει ήδη αναπτυχθεί σωματικά μετά την εφηβεία 3. σύζυγος 4. ερωμένη, παλλακίδα 5. υπηρέτρια νεοελλ. 1. (για
    11 KB (202 words) - 15:15, 15 January 2019
  • με την πρόθ. μετά (πιθ. < μετά + ξύ(ν)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο μεταξύ: (μετά, ξύν), επίρρ
    25 KB (2,291 words) - 12:15, 26 February 2019
  • πεδά: Αιολ. και Δωρ. αντί μετά. πεδά Aeol. en Dor. voor μετά. Grammatical information: prev. Meaning: after, with, amidst = μετά (Aeol., Dor., Arc.). Compounds:
    4 KB (375 words) - 05:33, 3 January 2019
  • το (ΑM μέλλον) 1. το χρονικό διάστημα μετά το παρόν, ο χρόνος που ακολουθεί μετά την παρούσα χρονική στιγμή («το μέλλον αόρατον») 2. στον πληθ. τα μέλλοντα
    2 KB (193 words) - 12:55, 15 February 2019
  • Μάγια, τώρα δροσιά, τώρ' άνοιξη κι αηδόνια», δημ. τραγούδι) νεοελλ. 1. πριν ή μετά από λίγο («τώρα θα φύγω») 2. φρ. α) «από [τα] τώρα» — από τόσο νωρίς β) «έως
    1 KB (109 words) - 15:25, 15 January 2019
  • μεταγενέστερο χρόνο) αφότου («δέκα ἡμερῶν ἐπειδὰν δόξῃ» — μέσα σε δέκα ημέρες μετά την απόφαση) 4. με ευκτ. χωρίς αν α) αναφέρεται σε μελλοντικό χρόνο («ἐπειδὴ
    4 KB (348 words) - 07:10, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)