Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μεταβάλλω" on this wiki. See also the other search results found.

  • ζῴων», Θεόφρ.) 6. φρ. α) «μεταβάλλω δίαιταν» — αλλάζω τρόπο ζωής β) «μεταβάλλω ὀργήν» — ξεθυμώνω, μού περνά ο θυμός γ) «μεταβάλλω εὔνοιαν» — αποβάλλω την
    32 KB (2,842 words) - 13:50, 3 October 2019
  • και λειώνω) 1. κάνω κάτι λείο, ομαλό, λειαίνω 2. μεταβάλλω κάτι σε σκόνη, κονιοποιώ, λειοτριβώ, μεταβάλλω κάτι στερεό σε παχύρρευστη ή άμορφη μάζα, χυλοποιώ
    3 KB (212 words) - 07:31, 29 September 2017
  • -έω, Ν 1. καθιστώ κάτι πραγματικό, μεταβάλλω κάτι σε πραγματικότητα, υλοποιώ («η πραγματοποίηση του σχεδίου στέφθηκε από επιτυχία») 2. (κατ' επέκτ.) κατορθώνω
    810 bytes (54 words) - 12:20, 29 September 2017
  • γυρίζω) 1. γύρος 1. περιέρχομαι, περιοδεύω 2. στρέφω κάποιον ή κάτι 3. μεταβάλλω κάποιον ή κάτι 4. κάνω κάποιον να επιστρέψει 5. αλλάζω κατεύθυνση 6. αλλάζω
    3 KB (223 words) - 07:02, 29 September 2017
  • παραφρονώ 6. (αμτβ.) α) είμαι γεμάτος πάθος, συγκινούμαι υπερβολικά β) μεταβάλλω τη θέση μου, μετατρέπομαι, μεταβάλλομαι 7. μνημονεύω κάτι στην πάροδο του
    1 KB (89 words) - 12:04, 29 September 2017
  • αρραβωνιάζομαι «αλλάζω γνώμη ή ιδέα», μεταβάλλω τις σκέψεις μου ή την απόφαση μου «αλλάζω δρόμο ή πορεία», α) μεταβάλλω την πορεία μου, λοξοδρομώ β) απομακρύνομαι
    10 KB (685 words) - 12:30, 14 January 2019
  • μεταμορφῶ, -όω) 1. μεταβάλλω τη μορφή ή το σχήμα κάποιου (α. «τον μεταμόρφωσε σε κύκνο» β. «μεταμορφοῡσθαι εἰς Ἀπόλλωνα», Φίλ.) 2. μεταβάλλω τη φύση, τις ιδιότητες
    1 KB (85 words) - 12:45, 15 February 2019
  • (ΑΜ ἀλλοιῶ, -όω) ἀλλοῖος 1. κάνω κάτι διαφορετικό, μεταβάλλω, μετατρέπω 2. παραλλάζω, παραμορφώνω 3. παριστάνω κάτι διαφορετικό από ό,τι είναι στην πραγματικότητα
    949 bytes (60 words) - 06:50, 29 September 2017
  • (Μ ἀλέθω) 1. (για δημητριακά) μεταβάλλω σε αλεύρι, αλευροποιώ 2. (για οποιαδήποτε προϊόντα) μεταβάλλω σε σκόνη ή πολτό, κονιοποιώ, πολτοποιώ 3. τρώγω με
    2 KB (111 words) - 06:49, 29 September 2017
  • ἀποκόπτω) 1. κόβω εντελώς, πέρα-πέρα 2. απομακρύνω 3. (για σκέψη) αλλάζω, μεταβάλλω 4. (για φθόγγους) παθαίνω αποκοπή μσν.- νεοελλ. 1. εμποδίζω 2. (για ομιλητή
    1 KB (97 words) - 06:57, 29 September 2017
  • και νέθω μεταβάλλω μαλλί, μπαμπάκι, λινάρι κ.λπ. σε νήμα, κλώθω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γνέθω σχηματίστηκε με συμφυρμό τών νέω και νήθω το γ- είναι προθετικό σε
    504 bytes (44 words) - 07:02, 29 September 2017
  • ως ουσ. το ευμετάβολο(ν) η ευμεταβλησία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μετα-βολή (< μεταβάλλω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    580 bytes (40 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐμεταβλήτως) με τρόπο που μεταβάλλεται εύκολα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μετα-βλητός (< μεταβάλλω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    994 bytes (63 words) - 07:14, 29 September 2017
  • αναστατώνομαι, τρομάζω γ) μετατοπίζομαι, περπατώ, βαδίζω δ) απομακρύνομαι αρχ. μεταβάλλω, τροποποιώ, αλλάζω («Κίμωνα, ὅτι τὴν Παρίων μετεκίνησε πολιτείαν ἐφ' ἑαυτοῦ»
    1 KB (80 words) - 12:50, 15 February 2019
  • («ξαναγύρισε το σεντόνι») μσν. μέσ. ξαναγυξαναγυρίζω ρίζομαι α) ανανεώνομαι β) μεταβάλλω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    762 bytes (52 words) - 12:06, 29 September 2017
  • — χάνω τα λογικά μου β) «συμβουλήν μετατίθημι» — συσκέπτομαι μσν.-αρχ. μεταβάλλω, τροποποιώ («ἐπὶ γαρ ὑός τε καὶ ὄνου τὰς ἐπωνυμίας μετατιθείς», Ηρόδ.)
    4 KB (281 words) - 12:40, 15 February 2019
  • Ν χειρότερος 1. (μτβ.) μεταβάλλω κάτι προς το χειρότερο, κάνω κάτι χειρότερο από ό,τι ήταν («χειροτέρεψαν την ποιότητα του ψωμιού») 2. (αμτβ.) γίνομαι
    610 bytes (53 words) - 12:51, 29 September 2017
  • εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανών», ΚΔ) αρχ. (μτφ. για τη γη) μεταβάλλω σε άγονο («εὐνουχίζειν γῆν», Φιλόστρ.) 2. (μτφ. για φάρμακο) αφαιρώ τη
    859 bytes (64 words) - 07:14, 29 September 2017
  • (-έω) 1. μεταβάλλω σε γελοίο κάτι σοβαρό, διακωμωδώ 2. (μέσ.- παθ.) γελοιοποιούμαι γίνομαι γελοίος, ρεζιλεύομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    268 bytes (24 words) - 06:26, 29 September 2017
  • μεταβάλλω όμοια πράγματα σε ανόμοια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    88 bytes (14 words) - 06:27, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)