Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μεταλαμβάνω" on this wiki. See also the other search results found.

  • σε Θουκ.· μεταλαμβάνω τὰ ἐπιτηδεύματα, υιοθετώ νέες συνήθειες, στον ίδ.· ἱμάτια μεταλαμβάνω, σε Ξεν. 2. ανταλλάσσω, σε Πλάτ. μεταλαμβάνω: 1) принимать
    21 KB (1,926 words) - 14:01, 3 October 2019
  • και μεταλαμβάνω (ΑM μεταλαμβάνω, Μ και μεταλαβαίνω) λαβαίνω/ λαμβάνω]] 1. παίρνω μέρος σε κάτι, συμμετέχω 2. λαμβάνω την Αγία Μετάληψη, κοινωνώ νεοελλ
    5 KB (339 words) - 12:55, 15 February 2019
  • (ἐπιλέγω)挑選 12) (καθαιρέω)取下,拆毀 13) (κομίζω)供給 14) (λαμβάνω)拿,取 15) (μεταλαμβάνω)分享 16) (παραδέχομαι)接受 17) (παραλαμβάνω)帶到身邊 18) (προσδέχομαι)容納 19) (προσαναλαμβάνω
    2 KB (298 words) - 13:00, 3 October 2019
  • changement; 2 échange, permutation. Étymologie: μεταλαμβάνω. (L T Tr WH μετάλημψις (see Mu)), μεταληψεως, ἡ (μεταλαμβάνω), a taking, participation, (Plato, Plutarch
    9 KB (686 words) - 03:55, 10 January 2019
  • η (ΑM μετάληψις) μεταλαμβάνω 1. μετοχή, συμμετοχή («ἀρκεῑ δὴ ἐπὶ λόγων μεταλήψει μεῑναι ἐνδελεχῶς καὶ ξυντόνως», Πλάτ.) 2. εκκλ. α) η συμμετοχή τών κληρικών
    3 KB (205 words) - 12:40, 15 February 2019
  • όν : qu’on peut partager. Étymologie: adj. verb. de μεταλαμβάνω. μεταληπτός, -ή, -όν (Α) μεταλαμβάνω αυτός που έχει συμμετάσχει σε κάτι, μέτοχος, συμμέτοχος
    463 bytes (38 words) - 06:46, 29 September 2017
  • κάποιον, τον κάνω να μετάσχει στην ουσία του θεού 2. παθ. θεώνομαι, θεοῡμαι μεταλαμβάνω της ουσίας του θεού, γίνομαι μέτοχος του θεού με τα μυστήρια της Εκκλησίας
    573 bytes (52 words) - 07:17, 29 September 2017
  • from μεταλαμβάνω; participation: taking. 原文音譯:met£lhyij 姆他-累普西士 詞類次數:名詞(1) 原文字根:同著-得(著) 字義溯源:共享,參與,領受;源自(μεταλαμβάνω)=分享);由(μετά)*=同)與(λαμβάνω)*=拿,取)組成
    542 bytes (78 words) - 14:00, 3 October 2019
  • μεταλήπτωρ, -ορος, ὁ (Α) μέτοχος, κοινωνός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεταλαμβάνω + επίθημα -τωρ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    304 bytes (19 words) - 07:27, 29 September 2017
  • τοῦτο μᾶλλον κατὰ τύχην ἢ ἐπίτηδες (ὅπερ συνηθέστερον ἐκφέρεται διὰ τοῦ μεταλαμβάνω), Stallb. εἰς Πλάτ. Φαῖδρ. 241Α· μ. ἱμάτια, ἀλλάσσειν τὰ ἐνδύματα Ξεν
    32 KB (2,842 words) - 13:50, 3 October 2019
  • ἀντιλαμβάνω, συν(αντιλαμβάνω (λαμβάνομαι), ἀπολαμβάνω, ἐπιλαμβάνω, καταλαμβάνω, μεταλαμβάνω, παραλαμβάνω, συνπαραλαμβάνω, προλαμβάνω, προσλαμβάνω, προσλαμβάνω, συνλαμβάνω
    137 KB (13,713 words) - 14:39, 23 October 2019
  • πράγματος, Μᾶρκ. Ἀντωνῖν. 9. 41. ΜΑ συμμετέχω σε κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + μεταλαμβάνω «συμμετέχω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (106 words) - 12:36, 29 September 2017
  • resume, τοῦ προτέρου λόγου Agath.3.1. μεταληπτέον: ῥηματ. ἐπίθ. τοῦ μεταλαμβάνω, δεῖ μεταλαμβάνειν ἢ μεταλαβεῖν, τινὸς Πλάτ. Παρμ. 163D. ΙΙ. πρέπει τις
    1 KB (74 words) - 11:20, 31 December 2018
  • μεταδοῖεν αὐτοῖς πυρὸς κτλ., αὐτόθι 4. 5, 5. πρβλ. μεταιτέω, μετέχω, μεταλαμβάνω, καὶ ἴδε Stallb. εἰς Πλάτ. Πρωτ. 329Ε. 3) ἀμετάβ., μ. τινὶ περί (ἢ ὑπέρ)
    9 KB (875 words) - 13:20, 3 October 2019
  • μεταβάλλω γνώμην καὶ νομίζω ὅτι..., Ξεν. Κύρ. 5. 5, 40· πρβλ. μεταβουλεύω ΙΙ, μεταλαμβάνω ΙΙΙ, μετανοέω. f. μεταγνώσομαι, etc. 1 reconnaître trop tard, acc.;
    8 KB (672 words) - 11:50, 26 February 2019
  • φθαρτός Ach.Tat.Intr.Arat.5. Source: ἀμετάληπτος -ον (Α ἀμετάληπτος) μεταλαμβάνω νεοελλ. αυτός που δεν πήρε τη θεία μετάληψη, αμετάλαβος αρχ. αυτός που
    2 KB (150 words) - 06:51, 29 September 2017
  • εἰς αἰτιατικὴν Α. Β. 540. 21. prendre en échange. Étymologie: ἀντί, μεταλαμβάνω. I 1tomar a su vez, asumir a su vez πρόσωπον Plu.2.785c, τὸν τόπον Ascl
    3 KB (245 words) - 16:40, 31 December 2018
  • ἐνίοτε κατ’ αἰτιατ., μετέλαχες τύχας Οἰδιπόδα μέρος Εὐρ. Ἱκέτ. 1078· πρβλ. μεταλαμβάνω, μετέχω. ΙΙ. παρέχω μερίδιον ἔκ τινος, τινί τινος Αἰλιαν. Ποικ. Ἱστ. 12
    4 KB (331 words) - 12:45, 15 February 2019
  • ἀκτὴν Φ. 76· ἀλλὰ συνηθέστερον μετὰ γεν. διαιρετ., ἐσθίω μέρος τινός, μεταλαμβάνω, σίτοιό τ’ ἐπασσάμεθ’ ἠδὲ ποτῆτος Ὀδ. Ι. 87· δείπνου πασσάμενος Α. 124·
    12 KB (1,151 words) - 15:40, 2 October 2019
  • променивать = μεταλαμβάνω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    46 bytes (37 words) - 10:35, 14 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)