Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μεταπείθω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Κάτο μεταπείθω: μέλ. -σω, αλλάζω την πεποίθηση ενός ανθρώπου, σε Αριστοφ., Δημ. — Παθ., έχω πειστεί να αλλάξω (άποψη), σε Πλάτ. κ.λπ. μεταπείθω: 1) переубеждать
    3 KB (244 words) - 15:20, 30 December 2020
  • (AM ἀποτρέπω) 1. εμποδίζω κάποιον από το να κάνει κάτι, μεταπείθω 2. εμποδίζω νά γίνει κάτι, αποσοβώ αρχ. Ι. 1. γυρίζω, στρέφω κάποιον προς τα πίσω, απομακρύνω
    788 bytes (65 words) - 06:21, 29 September 2017
  • κάποιον αρχ. 1. σταματώ, διακόπτω, εγκαταλείπω 2. κουράζομαι, εξαντλούμαι 3. μεταπείθω κάποιον 4. διακηρύσσω 5. (για πράγματα) φθείρομαι από τη χρήση, αχρηστεύομαι
    704 bytes (49 words) - 06:21, 29 September 2017
  • -η, -ο (Α ἀμετάπειστος, -ον) μεταπείθω 1. αυτός που δεν μεταπείστηκε, δεν μεταπείθεται ή δεν είναι δυνατό να μεταπειστεί, ανένδοτος 2. (για πράγματα) αμετακίνητος
    371 bytes (34 words) - 06:23, 29 September 2017
  • υποστηρίζω, συμπαρίσταμαι, βοηθώ αρχ. 1. κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη, μεταπείθω 2. (με γεν.) καταδιώκω 3. (το μέσ.) μεταποιοῦμαι, -έομαι (με γεν.) α) μοχθώ
    977 bytes (68 words) - 16:33, 26 March 2021
  • κάτι για να το διαθέσω αλλού μσν. 1. λεηλατώ 2. παίρνω με το μέρος μου, μεταπείθω μσν.-αρχ. 1. αποκρύπτω 2. εξαπατώ 3. παραβλέπω, παραμελώ αρχ. 1. διαφεύγω
    2 KB (112 words) - 12:42, 29 September 2017
  • Λουκιαν.) 4. συναναστρέφομαι με εταίρες 5. συμπεριφέρομαι ως μοιχός 6. μεταπείθω, προσελκύω, φέρνω κάποιον με το μέρος μου 7. υποστηρίζω κάποιον, τάσσομαι
    1 KB (88 words) - 07:13, 29 September 2017
  • (Α ἀναπείθω) μεταβάλλω τη γνώμη κάποιου, τον μεταπείθω αρχ. 1. πείθω, παρακινώ κάποιον να κάνει κάτι 2. παρασύρω, δελεάζω, δωροδοκώ. * Αναζήτηση σε: Google
    327 bytes (29 words) - 06:53, 29 September 2017
  • ἀντιπείθω (Α) πείθω κάποιον να μην κάνει κάτι, τον μεταπείθω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    148 bytes (19 words) - 06:55, 29 September 2017
  • или во времена (μεταδιώκω, μετόπωρον); 5) изменение, перемена (μεταρρέω, μεταπείθω); 6) перемещение (μεταστρέφω, μεταρρίπτω); 7) отпускание, освобождение
    918 bytes (43 words) - 23:56, 31 December 2018
  • 612. 35. ος, ον : qu’on ne peut dissuader, inflexible. Étymologie: ἀ, μεταπείθω. -ον • Alolema(s): ἀμετάπιστος Ptol.Iudic.6.10, 19.5 I 1de pers. no
    4 KB (302 words) - 17:33, 31 December 2020
  • (Μ ἀντιβαδιάζω) αντενεργώ, εναντιώνομαι νεοελλ. 1. μεταπείθω, κάνω κάποιον ν' αλλάξει γνώμη 2. ενοχλώ, πειράζω κάποιον 3.αποκρίνομαι. * Αναζήτηση σε:
    336 bytes (27 words) - 06:40, 29 September 2017
  • ἀντιπεριφέρω (Μ) μεταπείθω κάποιον, τον τουμπάρω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    124 bytes (15 words) - 06:40, 29 September 2017
  • Plato, Xenophon, others. (Α ἀναπείθω) μεταβάλλω τη γνώμη κάποιου, τον μεταπείθω αρχ. 1. πείθω, παρακινώ κάποιον να κάνει κάτι 2. παρασύρω, δελεάζω, δωροδοκώ
    9 KB (910 words) - 18:25, 31 December 2020
  • πραγματοποιώ 10. παρεκκλίνω, απομακρύνω κάτι 11. αποφεύγω κάποιον 12. μεταπείθω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + γυρίζω]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    1 KB (85 words) - 06:52, 29 September 2017
  • ζώα) παραμερίζω 3. (για πρόσωπα) έχω σωματική κατάπτωση μσν.- νεοελλ. μεταπείθω, αποτρέπω μσν. 1. μιλώ σε κάποιον με ειλικρίνεια και σοβαρότητα 2. πείθω
    569 bytes (46 words) - 06:25, 29 September 2017
  • Α (επι. τ.) 1. μετατρέπω τη γνώμη κάποιου, τον κάνω να αλλάξει γνώμη, μεταπείθω κάποιον 2. (σχετικά με θεούς) εξιλεώνω, εξευμενίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)-
    528 bytes (39 words) - 12:14, 29 September 2017
  • μεταλλάσσω, μεταμελούμαι, μεταμορφώνω, μεταμοσχεύω, μεταμφιέζω, μετανοώ, μεταπείθω, μεταπέμπω, μεταπίπτω, μεταπλάθω, μεταποιώ, μεταπωλώ, μεταρρυθμίζω, μεταστρέφω
    8 KB (446 words) - 07:37, 29 September 2017
  • (ο Κλεισθένης) μετέβαλε εἰς ἄλλα ὀνόματα», Ηρόδ.) μσν. 1. αναπληρώνω 2. μεταπείθω κάποιον 3. μέσ. μεταβάλλομαι μετριάζω, περιστέλλω κάτι 3. φρ.) α) «μεταβάλλω
    32 KB (2,855 words) - 15:25, 30 December 2020
  • Polybius others.).) (AM ἀποτρέπω) 1. εμποδίζω κάποιον από το να κάνει κάτι, μεταπείθω 2. εμποδίζω νά γίνει κάτι, αποσοβώ αρχ. Ι. 1. γυρίζω, στρέφω κάποιον προς
    30 KB (2,984 words) - 20:55, 31 December 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)