Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μεταφορά" on this wiki. See also the other search results found.

  • η (ΑΜ μεταφορά, Μ και μεταφορά) μεταφέρω 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μεταφέρω, μετακόμιση, μετατόπιση, μετακομιδή, κουβάλημα («η μεταφορά τών επίπλων
    9 KB (655 words) - 20:02, 4 January 2019
  • η 1. μετακίνηση, μεταφορά κάποιου μακριά 2. εκτόπιση, αποπομπή, εξορία. [ΕΤΥΜΟΛ. < απομακρύνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1831 στον Αλέξανδρο Σούτσο]. Αναζήτηση
    403 bytes (30 words) - 06:57, 29 September 2017
  • η (AM ἐξαγωγή) εξάγω 1. μεταφορά, μετακίνηση προς τα έξω («εξαγωγή του ξίφους από τον κολεό») 2. μεταφορά εμπορευμάτων από μια χώρα σε άλλη («εξαγωγή σιταριού»)
    1 KB (100 words) - 07:09, 29 September 2017
  • Ναυτικού Δικαίου) κάθε σκάφος προορισμένο να μετακινείται επί τών υδάτων προς μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων, ρυμούλκηση, επιθαλάσσια αρωγή, αλιεία, αναψυχή, επιστημονικές
    8 KB (617 words) - 12:05, 29 September 2017
  • Η λ. είναι μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. liliaceae < νεολατ. liliaceae (< lilium + λατ. κατάλ. -aceus). Ο τ. κατά τη μεταφορά του έλαβε την
    708 bytes (50 words) - 07:33, 29 September 2017
  • τη μεταφορά διαφόρων προϊόντων ή αντικειμένων νεοελλ. 1. (μεταλργ.) δοχείο από πλεκτά ελάσματα που χρησιμοποιείται για την ανέλκυση και τη μεταφορά μεταλλεύματος
    3 KB (206 words) - 07:20, 29 September 2017
  • νεοελλ. εκκλ. 1. «μεγάλη είσοδος» — η μεταφορά τών τιμίων δώρων στο άγιο βήμα για καθαγιασμό 2. «μικρή είσοδος» α) μεταφορά του ιερού ευαγγελίου στο κέντρο του
    2 KB (154 words) - 07:06, 29 September 2017
  • νεοελλ. διατήρηση από τη φθορά του χρόνου («διάσωση κειμηλίων») μσν. ασφαλής μεταφορά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    324 bytes (28 words) - 06:29, 29 September 2017
  • αγγείο, συνήθως πήλινο, για την εναπόθεση και μεταφορά νερού, στάμνα 2. αρχαιολ. αγγείο για τη μεταφορά νερού, που είχε τρεις λαβές, μία κάθετη και δύο
    1 KB (110 words) - 12:44, 29 September 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είναι μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. liliales < νεολατ. liliales < lilium + λατ. κατάλ. -ales. Η λ. κατά τη μεταφορά της έλαβε την ελλ
    628 bytes (45 words) - 07:33, 29 September 2017
  • πλάτος και ύψος 6. μουσ. το μεταξύ τών δύο άκρων φθόγγων διάστημα 7. ναυτ. η μεταφορά με βάρκα ενός σχοινιού σε απόσταση από το πλοίο για να προσδεθεί στην ξηρά
    2 KB (160 words) - 06:28, 29 September 2017
  • ερεθισμάτων στον οργανισμό (βλ. ακοή, καρδιά, νευρικό σύστημα) αρχ. 1. μεταφορά, μετακόμιση 2. ταξίδι 3. κίνηση προς κάποιο σημείο, τάση, ροπή, κλίση 4
    2 KB (122 words) - 06:31, 29 September 2017
  • νεοελλ. 1. τεχνολ. διαδικασία που αποσκοπεί στην παραγωγή θερμότητας και στη μεταφορά και διάδοση της για οικιακές ή βιομηχανικές εφαρμογές 2. φρ. α) «θέρμανση
    823 bytes (60 words) - 07:17, 29 September 2017
  • τ. ὑπαδύγιον Α ζώο που χρησιμοποιείται για την έλξη οχημάτων ή για την μεταφορά φορτίων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + ζύγιος «αυτός που ανήκει στον ζυγό, αυτός
    564 bytes (44 words) - 12:59, 29 September 2017
  • κουβαλητής 2. το όργανο ή το μέσο που χρησιμοποιείται για τη μηχανική μεταφορά υλικών ή φορτίων από έναν τόπο σε άλλο 3. (οικον.-νομ.) το άτομο που αναλαμβάνει
    2 KB (136 words) - 07:38, 29 September 2017
  • οχετός, αυλάκι για τη διοχέτευση του νερού 3. (Φυσ.) υλικό που επιτρέπει τη μεταφορά κάποιας μορφής ενέργειας (κυρίως ηλεκτρικής ή θερμικής) από ένα σημείο
    1 KB (89 words) - 11:10, 14 January 2019
  • η (AM εἰσαγωγή) 1. η μεταφορά εμπορευμάτων από ξένη χώρα 2. το να τοποθετηθεί κάτι μέσα σε κάτι άλλο 3. ο πρόλογος ή τα εισαγωγικά, ενημερωτικά στοιχεία
    1 KB (82 words) - 07:06, 29 September 2017
  • «φορείο μηχανήματος») αρχ. 1. φέρετρο 2. ζώο για μεταφορά φορτίων, υποζύγιο 3. αμοιβή ατόμου για τη μεταφορά φορτίου, κόμιστρο 4. μτφ. το ανθρώπινο σώμα («σῶμα
    1 KB (92 words) - 13:00, 29 September 2017
  • αιμοφόρος ή λεμφοφόρος σωλήνας ανθρώπων και ζώων 3. αγωγό στοιχείο για τη μεταφορά διαφόρων υλικών μέσα στο φυτό νεοελλ. μτφ. «αισχρό ή βρομερό αγγείο», «αγγείο
    3 KB (181 words) - 08:54, 23 December 2018
  • ο δοχείο, συνήθως μετάλλινο, για άντληση και μεταφορά ύδατος, κάδος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kova]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    288 bytes (22 words) - 07:25, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)