Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μῆλα" on this wiki. See also the other search results found.

  • μῆλα = flock of sheep, small cattle ⇢ Look up "μῆλα" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's
    81 bytes (28 words) - 14:55, 4 July 2020
  • τά, P. κτήνη, τά (Plato). small cattle: Ar. and P. πρόβατα, τά, Ar. and V. μῆλα, τά. ⇢ Look up "cattle" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    459 bytes (43 words) - 19:20, 9 December 2020
  • and V. ποίμνη, ἡ, ποίμνιον, τό, βοσκήματα, τά, V. νομεύματα, τά, Ar. and V. μῆλα, τά, βοτά, τά. of sheep, adj.: V. μήλειος. sacrifice sheep, v.: Ar. and V
    776 bytes (73 words) - 11:23, 10 December 2020
  • καὶ ἴφια μῆλα Ἰλ. Ι. 406, κτλ.· μῆλα καὶ βοῶν ἀγέλας Πίνδ. Π. 4. 263· μῆλα καὶ ποίμνας Σοφ. Αἴ. 1061· - ἀλλ’ ἀπολ. ἐπὶ προβάτων, ἄργυφα μῆλα Ὀδ. Κ. 85·
    27 KB (2,847 words) - 15:55, 27 March 2021
  • Full diacritics: κεστιανά μῆλα Medium diacritics: κεστιανά μῆλα Low diacritics: κεστιανά μήλα Capitals: ΚΕΣΤΙΑΝΑ ΜΗΛΑ Transliteration A: kestianá
    359 bytes (21 words) - 11:04, 31 January 2021
  • and V. ποίμνη, ἡ, ποίμνιον, τό, βοσκήματα, τά, V. νομεύματα, τά, Ar. and V. μῆλα, τά, βοτά, τά. flock of birds: V. ἑσμός, ὁ, κῶμος, ὁ. collect: P. and V
    1 KB (91 words) - 20:41, 9 December 2020
  • opfern; μῆλα Strato bei Ath. VIII, 382 e; ἱερεῖα Luc. Hermot. 57; a. Sp., wie D. Sic. 4, 3. θῠσιάζω: μέλλ. -άσω, ὡς τὸ θύω, ὡς καὶ νῦν, βοῦν, μῆλα Στράτων
    3 KB (271 words) - 15:20, 1 January 2021
  • βίῃ καὶ ἀγήνορι θυμῷ εἴξας εἶσ' ἐπὶ μῆλα βροτῶν, ἵνα δαῖτα λάβῃσιν. Aber Lehrs will Aristarch. p. 96 lesen εἶσ' ἐπὶ μῆλα, βροτῶν ἵνα δαῖτα λάβῃσιν. Sodann
    5 KB (696 words) - 23:35, 29 December 2020
  • Ὁμ., ἀλλὰ μόνον ἐν τῇ φράσει ἴφια μῆλα, παχέα, εὐτραφῆ πρόβατα, Ἰλ. Ε. 556, κ. ἀλλ. α, ον : dans la locut. ἴφια μῆλα IL troupeau de moutons forts, vigoureux
    3 KB (214 words) - 12:15, 1 January 2021
  • 481. 3) ὡς εἰ ἢ ὡς εἴ τε, μεθ’ ὁριστ., ἕπονθ’ ὡς εἴ τε μετὰ κτίλον ἕσπετο μῆλα Ἰλ. Ν. 492· φιάλαν ὡς εἴ τις ..., δωρήσεται Πινδ. Ο. 7. 1. ΙΙ. ἐπὶ ἁπλῆς
    2 KB (191 words) - 09:14, 5 August 2017
  • καλλίτριχας ἵππους Il.5.323, Od.3.475, etc.; of sheep, with fine wool, καλλίτριχα μῆλα νομεύων 9.336, cf. 469: in late Prose, with beautiful hair, Herm. ap. Stob
    3 KB (274 words) - 10:30, 30 December 2020
  • Hom. fünfmal, Od. 9, 238 μῆλα, πάντα μάλ' ὅσσ' ἤμελγε, 244. 341 ἑζόμενος δ' ἤμελγεν ὄις καὶ μηκάδας αἶγας, 308 ἤμελγε κλυτὰ μῆλα; Iliad. 4, 434 ὄιες ἀμελγόμεναι
    18 KB (1,715 words) - 12:35, 20 April 2021
  • τμήμα από κάτι, με γεν. — Παθ., μῆλα ἀποδεδηγμένα, μήλα που τους έχουν αποκοπεί κομμάτια με τα δόντια, δαγκωμένα μήλα, σε Λουκ. 2. απόλ., δαγκώνω με δύναμη
    4 KB (343 words) - 20:10, 31 December 2020
  • και κρατώ κάποιον αρχ. 1. οδηγώ μακριά και κρατώ («ἀπάγουσι βόας καὶ ἴφια μῆλα» — κλέβουν βόδια και παχιά πρόβατα, Όμηρος) 2. αφαιρώ, μετακινώ («ἀπάγω τὸ
    3 KB (194 words) - 12:20, 15 February 2019
  • αἰθήρ B.16.73; ἀγγελίαν Pi.O.14.21; ἐπικωμίαν ὄπα Id.P.10.6; of animals, κ. μῆλα Od.9.308; κλυτοῖς αἰπολίοις S.Aj. 375; κ. ὄρνις, = ἀλεκτρυών, Hsch., cj.
    12 KB (1,198 words) - 09:30, 23 May 2021
  • of beasts, πίονος αἰγός Il.9.207; ὗν… μάλα πίονα Od.14.419; π. μῆλα Il.12.319, etc.; μῆλα πίονα δημῷ Od.9.464; βοῦν πίονα δημῷ Il.23.750, cf. 2.403; πίονα
    14 KB (1,262 words) - 08:50, 23 May 2021
  • pres. opt. ἐξελαύνοια IG5(2).343.65 (iv B.C.):—drive out, ἄντρου ἐξήλασε μῆλα Od.9.312, cf. 227, 11.292: abs., drive afield, of a shepherd, 10.83. 2 esp
    18 KB (1,706 words) - 12:58, 20 April 2021
  • ετών αρχ. 1. η πλάγια πλευρά του ρινικού οστού («τὰ δ' ἑκατέρωθεν ἐπὶ τὰ μῆλα νεύοντα ὀστώδη ῥινὸς ῥάχις», Πολυδ.) 2. η εξωτερική άκρη τών πλοκαμιών του
    5 KB (423 words) - 19:00, 28 March 2021
  • drive afield, in Act., of the shepherd, καλλίτριχα μῆλα νομεύων Od.9.336; ἐνόμευε νομὸν κάτα πίονα μῆλα ib.217; ἀγέλην ν. Pl.Plt.265d:—Pass., metaph., of
    5 KB (435 words) - 10:30, 1 January 2021
  • Ευρ., Πλάτ. φῠλάσσω: атт. φῠλάττω 1) сторожить, охранять, стеречь (μῆλα и περὶ μῆλα Hom.): οἶνος, ὃν σὺ φυλάσσεις Hom. вино, которое ты бережешь; σῴζειν
    60 KB (5,843 words) - 09:05, 23 May 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)