Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μῶρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • α ou ος, ον : att. c. μωρός. μῶρος = (see also: μωρός) foolish ⇢ Look up "μῶρος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based
    165 bytes (34 words) - 13:35, 4 July 2020
  • Krüger οὕτω μωρὸς ἐξαπατώμενος. (Die Ableitung der Alten von μὴ ὁρᾶν ist unwahrscheinlich.) μωρός: -ά, -όν, Ἀττ. μῶρος (Ἀρκάδ. 69. 13), μῶρος ὡς θηλ., Εὐρ
    18 KB (1,714 words) - 09:40, 8 July 2020
  • Of persons or things: P. and V. μωρός, μῶρος, εὐήθης, ἠλίθιος (Eur, Cyclops 537). ἀσύνετος, ἄβουλος, ἀμαθής, Ar. and P. ἀνόητος, ἀβέλτερος, V. κενόφρων
    691 bytes (62 words) - 09:16, 20 May 2020
  • ἐμβρόντητος, P. ἀναίσθητος, βλακικός. foolish (of persons or things): P. and V. μῶρος, εὐήθης, ἠλίθιος (Eur., Cyclops 537), ἀσύνετος, ἄβουλος, ἀμαθής, Ar. and
    834 bytes (67 words) - 08:52, 20 May 2020
  • Of persons or things: P. and V. μῶρος, εὐήθης, ἠλίθιος (Eur., Cyclops 537), ἀσύνετος, ἄβουλος, ἀμαθής, Ar. and P. ἀνόητος, ἀβέλτερος, V. κενόφρων. Of persons
    575 bytes (51 words) - 09:16, 20 May 2020
  • σκαιός, ἀφυής, P. ἀναίσθητος. foolish (of persons or things): P. and V. μῶρος, εὐήθης, ἠλίθιος (Eur., Cyclops 537), ἀσύνετος, ἄβουλος, ἀμαθής, Ar. and
    867 bytes (70 words) - 18:05, 27 April 2020
  • Ion. -ιη, ἡ, (μῶρος)    A folly, Hdt.1.146; μωρίας πλέως S.Aj.1150, cf. 745; μωρίην ἐπιφέρειν τισί to impute folly to them, Hdt.1.131; μωρίαν ὀφλισκάνειν
    6 KB (539 words) - 13:40, 4 July 2020
  • Ar. and P. ἀνόητος, P. and V. μωρός, μῶρος, εὐήθης; see foolish. strange, odd: P. and V. ἄτοπος (Eur., Fragment). ridiculous: P. and V. γέλοιος, Ar. and
    615 bytes (54 words) - 09:16, 20 May 2020
  • επίθ. ή επίρρ.) τόσο πολύ (α. «καλὸς, οὕτω», Ομ. Ιλ. β) «οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῑν ἐρᾷ», Σοφ.) 4. (με μειωτική δύναμη) απλώς μόνο 5. εκ του προχείρου
    2 KB (214 words) - 12:12, 29 September 2017
  • μωραίνω: μέλλ. -ᾰνῶ, ἀόρ. ἐμώρᾱνα, (μῶρος)· - εἶμαι μωρός, ἀνόητος, Εὐρ. Μήδ. 614, Ξεν., κτλ.· φέρομαι ὡς μωρός, ἀνοηταίνω, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 7. 4, 5· - μετ’
    9 KB (811 words) - 17:55, 4 July 2020
  • δή τι ἐοῦσα πικρή, ἣ… κιρνᾷ (i. e. ὥστε κιρνᾶν) Hdt.4.52; οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῖν ἐρᾷ S.Ant.220; τίς δ' οὕτως ἄνους ὃς… ; Ar. Ach.736, cf. D.8.44;
    47 KB (4,933 words) - 11:35, 8 July 2020
  • το (Μ μωρόν) βλ. μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    75 bytes (14 words) - 11:56, 29 September 2017
  • -ια, -ιο (AM ἠλίθιος, -ία, -ον, Α και δωρ. τ. ἀλίθιος, -ία, -ον) ανόητος, μωρός, βλάκας αρχ. 1. μάταιος, ανωφελής, μηδαμινός, άσκοπος («βέλος ἠλίθιον σκήψειεν»
    939 bytes (75 words) - 07:16, 29 September 2017
  • κλητικής φλύαρε (για το φαινόμενο αυτό πρβλ. και μοχθηρός: μόχθηρος, μωρός: μῶρος, πονηρός: πόνηρος). Ωστόσο, ο τρόπος σχηματισμού της λ. παραμένει ανεπιβεβαίωτος
    9 KB (727 words) - 12:55, 8 July 2020
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works μωρόομαι: Παθητ., (μῶρος) γίνομαι μωρός, νωθρός, ἀτονῶ, ἐμωρώθη ἡ καρδίη, ἐγένετο νωθρά, ἠτόνησεν, Ἱππ. 562
    1 KB (87 words) - 22:40, 30 June 2020
  • -ή, -ό 1. ανόητος, μωρός 2. αφελής, απονήρευτος, απλοϊκός 3. φρ. «κάνω τον κουτό» — προσποιούμαι ότι δεν καταλαβαίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. σχηματίστηκε κατ' απόσπαση
    882 bytes (52 words) - 06:41, 29 September 2017
  • μωρά (Μ) επίρρ. βλ. μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    88 bytes (14 words) - 11:55, 29 September 2017
  • Works [Seite 820] ὁ, die Lichtmotte; Arist. H. A. 8, 27; Aesch. frg. 298, μῶρος πυραύστου μόρος, woraus Tzetz. zu Lycophr. 83 ein Wort machte, πυραυστουμόρος
    3 KB (227 words) - 12:40, 8 July 2020
  • laughs even when there's nothing to laugh at; γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ or γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γελοῖον ᾖ (Menander, Γνῶμαι μονόστιχοι 108)
    1 KB (151 words) - 09:32, 27 September 2019
  • κλητικής, όπου θα μπορούσε να έχει σημειωθεί αναβιβασμός του τόνου, πρβλ. μῶρος: μωρός, πόνηρος: πονηρός)].. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (150 words) - 12:55, 8 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)