Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "νέαξ" on this wiki. See also the other search results found.

  • comic. bei Poll. 2, 11; E. M. 534, 32; ion. νέηξ, ηκος, Callim. frg. 78. νέαξ: -ᾱκος, ὁ, = νεανίας, Νικοφῶν ἐν «Πανδώρᾳ» 3, πρβλ. Πολυδ. Β΄, 11. [ᾱ, ἴδε
    1 KB (86 words) - 11:59, 29 September 2017
  • (Ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης παράγονται αἱ λέξεις: νειός, νεαρός, νεάν, νεανίας, νέαξ, νεοσσός, νεοχμός, νέατος (νήτη), νεωστὶ (ἐσχάτως), νείαιρα (κατωτέρα). Ἡ
    52 KB (5,007 words) - 14:10, 3 October 2019
  • νεῆνις, νεηνίσκος, Ion. for νεᾱν-: so νέηξ for νέαξ. [Seite 236] ὁ, ion. = νεανίας, w. m. s. In der Od. stets adj., = νέος, so νεηνίῃ ἀνδρὶ ἐοικώς, νεηνίαι
    1 KB (89 words) - 00:28, 31 December 2018
  • νέηξ, -ηκος, ὁ (Α) ιων. τ. βλ. νέαξ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    101 bytes (17 words) - 12:02, 29 September 2017
  • [Seite 236] νέηξ, ion. = νεανίσκος, νέαξ. ion. c. νεανίσκος. νεηνίσκος, ὁ (Α) ιων. τ. βλ. νεανίσκος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    305 bytes (25 words) - 11:55, 29 September 2017
  • Krankheitsverb auf -ιάω (Schwyzer 732) von *ὥραξ etwa Ohnmacht, Schwindel, wie νέαξ, πλούταξ, κνώδαξ u.a. (zum Typus Björck Alpha impurum 260ff.) von einem Nomen
    4 KB (313 words) - 16:10, 2 October 2019
  • marya -ka -s «ανθρωπάκι», (λατ. senex «γέρος»: σανσκρ. sana -ka -s «παλιός», νέαξ «νεαρός»: αρχ. σλ. novakŭ «αρχάριος» κ.λπ. Το -α- της κατάλ. -αξ προέρχεται
    5 KB (361 words) - 15:16, 15 January 2019