Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ναύαρχος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ναύαρχος: ὁ, διοικητής στόλου, ναύαρχος, σε Ηρόδ., Αισχύλ., Σοφ.· ιδίως ο Σπαρτιάτης ναύαρχος, διότι οι Αθηναίοι ναύαρχοι διατηρούσαν
    5 KB (413 words) - 15:58, 4 April 2021
  • use P. and V. λοχαγός, ὁ, Ar. and P. ταξίαρχος, ὁ. officer in a ship: V. ναύαρχος, ὁ; see captain. ⇢ Look up "officer" on Perseus Dictionaries | Perseus
    460 bytes (47 words) - 09:30, 10 December 2020
  • P. and V. ναύαρχος, ὁ, στρατηγός, ὁ. ⇢ Look up "admiral" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google |
    237 bytes (24 words) - 18:45, 9 December 2020
  • and V. λοχαγός, ὁ. be a captain, v.: Ar. and P. ταξιαρχεῖν. naval: V. ναύαρχος, ὁ, ναυκράτωρ, ὁ, νεὼς ἄναξ, ὁ, ναυβατῶν ἀρμόστωρ, ὁ, P. and V. ναύκληρος
    2 KB (142 words) - 19:10, 9 December 2020
  • ένα από τα ισχυρότερα πολεμικής ναυτικής μοίρας, στο οποίο επιβαίνει ο ναύαρχος ή, γενικότερα, ο αρχηγός του στόλου («τη ματωμένη επλεύρωνες, Κανάρη, ναυαρχίδα»
    1 KB (78 words) - 12:01, 29 September 2017
  • ικανότητα του ατόμου μσν. 1. αξιωματούχος, βαθμοφόρος 2. αρχηγός στόλου, ναύαρχος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για αντιδάνεια λ.: ο λόγιος μσν. τ. κατεπάνω (< κατ’
    2 KB (113 words) - 15:20, 15 January 2019
  • 1, A.Th.816, Arist.Ath.22.3, etc.; ἀνὴρ σ. A.Ag.1627, Pl.Ion 540d; opp. ναύαρχος (admiral), S.Aj.1232 (v. infr. 11.1). 2 generally, commander, governor
    26 KB (2,437 words) - 12:20, 20 April 2021
  • (Α ναυαρχῶ, -έω) ναύαρχος 1. είμαι ναύαρχος, διοικώ στόλο («ἄλλῳ δὲ παρήσομεν οὐδενὶ ναυαρχέειν», Ηρόδ.) 2. είμαι αρχηγός στα πλοιαφέσια. * Αναζήτηση
    323 bytes (29 words) - 12:01, 29 September 2017
  • (ἡ) : commandement d’un vaisseau ou d’une flotte. Étymologie: ναύαρχος. η (Α ναυαρχία) ναύαρχος 1. αρχηγία, διοίκηση στόλου, εξουσία ή δικαιοδοσία ναυάρχου
    3 KB (263 words) - 14:45, 30 December 2020
  • ναύσθλον, νήϊος, νηΐτης. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό ναυ-) ναυαγός, ναυάρχης, ναύαρχος, ναυβάτης, ναύδετο(ν), ναύκληρος, ναυκράτης, ναυμάχος, ναυπηγός, ναύσταθμος
    6 KB (384 words) - 12:02, 29 September 2017
  • sources: ου, ὁ, A = ναύαρχος, Lyd.Mag. 1.27. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ναυάρχης: -ου, ὁ, = ναύαρχος, Ἰω. Λυδ. π. Ἀρχῶν Πολιτικ
    836 bytes (50 words) - 15:55, 30 December 2020
  • στο πολεμικό ναυτικό, αντίστοιχος με τον αντιστράτηγο. [ΕΤΥΜΟΛ. «αντί + ναύαρχος. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες ως απόδοση του γαλλ
    467 bytes (36 words) - 06:55, 29 September 2017
  • Sp. στόλαρχος: ὁ, ὁ διοικητὴς στόλου, ναύαρχος, Πολυδ. Α΄, 119. ο, ΝΜΑ αρχηγός πολεμικού στόλου, ναύαρχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < στόλος + -αρχος]. * Αναζήτηση
    875 bytes (52 words) - 21:05, 7 July 2020
  • 873, ναυπηγέτης ist f. L. ναυηγέτης: -ου, ὁ, = ναύαρχος, Λυκόφρ. 873. ναυηγέτης, ὁ (Α) ναύαρχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ναῦς «πλοίο» + ἡγέτης. * Αναζήτηση σε:
    907 bytes (53 words) - 16:00, 30 December 2020
  • ναύσθλον, νήϊος, νηΐτης. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό ναυ-) ναυαγός, ναυάρχης, ναύαρχος, ναυβάτης, ναύδετο(ν), ναύκληρος, ναυκράτης, ναυμάχος, ναυπηγός, ναύσταθμος
    31 KB (3,179 words) - 12:00, 20 April 2021
  • αντίστοιχος με τον βαθμό του υποστρατήγου του στρατού ξηράς. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπ(ο)- + ναύαρχος. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν του Αγγ. Βλάχου]
    621 bytes (47 words) - 12:45, 29 September 2017
  • Schiffsholm, navale. – Schiffskapitän, nauarchus (ναύαρχος), rein lat. magister oder praefectus navis (im allg.). – trierarchus (τριήραρχος, Befehlshaber
    318 bytes (26 words) - 09:47, 15 August 2017
  • ¹² ī, m. (ναύαρχος), navarque, capitaine de navire : Cic. Verr. 2, 5, 60 ; Tac. Ann. 15, 51. nauarchus (nicht nāvarchus), ī, m. (ναυαρχος), der Schiffsführer
    696 bytes (130 words) - 04:50, 28 February 2019
  • корабль наварха Polyb., Plut. ναυαρχίς, ίδος, ἡ, [from ναύαρχος the ship of the ναύαρχος, Polyb.
    2 KB (145 words) - 15:55, 30 December 2020
  • [Seite 235] = ναύαρχος, bei Plut. de Pyth. orac. 2 verderbte Lesart. νέαρχος: ὁ, ὁ νέος ἀρχηγός, Βυζ.· - συχνάκις ὡς κύρ. ὄνομα. νέαρχος, ὁ (ΑΜ) νέος
    765 bytes (50 words) - 00:28, 1 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)