Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ναῦς" on this wiki. See also the other search results found.

  • ναυσί, ναῦς. ναῦς: эп.-ион. νηῦς, дор. ναῦς ἡ (gen. νεώς, dat. νηΐ, acc. ναῦν, gen. dual. νεοῖν; pl.: nom. νῆες, gen. νεῶν, dat. ναυσί, acc. ναῦς; эп.-ион
    33 KB (3,142 words) - 14:45, 3 October 2019
  • acc. pl. from ναῦς. νέας: Ἰων. αἰτ. πληθ. τοῦ ναῦς. acc. pl. ion. et épq. de ναῦς; acc. pl. f. de νέος. νέας: Ιων. αιτ. πληθ. του ναῦς. νέας: эп
    607 bytes (36 words) - 06:28, 31 December 2018
  • subs. P. and V. ναῦς, ἡ. Boat: P. and V. πλοῖον, τό, σκάφος, τό (Dem. 128), V. πορθμίς, ἡ, κύμβη, ἡ (Soph., Frag.), δόρυ, τό, Ar. and P. ἄκατος, ἡ, κέλης
    2 KB (158 words) - 11:45, 7 August 2017
  • acc. pl. ion. de ναῦς. νῆας: ион. acc. pl. к ναῦς.
    129 bytes (11 words) - 00:32, 1 January 2019
  • νήεσσι,    A v. ναῦς. νῆες: νήεσσι, ἴδε ἐν. λ. ναῦς. nom. pl. épq. de ναῦς. see νηῦς. νῆες: ονομ. πληθ. του ναῦς· νήεσσι, Επικ. δοτ. πληθ. νῆες:
    686 bytes (30 words) - 00:32, 1 January 2019
  • gén. pl. de ναῦς.
    53 bytes (4 words) - 19:30, 9 August 2017
  • Ion. gen. pl. of ναῦς. νηῶν: Ἰων. γεν. πληθ. τοῦ ναῦς. gén. pl. de ναῦς. νηῶν: ион. gen. pl. к ναῦς.
    471 bytes (21 words) - 06:20, 31 December 2018
  • ἴδε ἐν λέξ. ναῦς. nom. pl. ion. et épq. de ναῦς. see νηῦς. νέες: Ιων. ονομ. πληθ. του ναῦς· Επικ. δοτ. νέεσσι. νέες: эп. pl. к ναῦς.
    376 bytes (29 words) - 00:24, 1 January 2019
  • 原文音譯:naÚthj 腦帖士 詞類次數:名詞(3) 原文字根:船舶 字義溯源:船員,水手,船夫;源自(ναῦς)=船);而 (ναῦς)出自(Ναχώρ)X*=漂浮)。參讀 (ναῦς)同源字 出現次數:總共(3);徒(2);啓(1) 譯字彙編: 1) 水手(2) 徒27:27; 徒27:30;
    7 KB (591 words) - 13:50, 3 October 2019
  • temple.    II νηός, Ion. gen. of ναῦς. νηός: ὁ, Ἰων. ἀντὶ τοῦ ναός. ΙΙ. νηός, Ἰων. γενικ. τοῦ ναῦς. 2gén. ion. de ναῦς. (ναίω): dwelling of a god, temple
    1 KB (100 words) - 13:55, 31 January 2019
  • Δ. 1768. acc. ion. de ναῦς. see νηῦς. νῆα: νῆας, Ιων. αιτ. ενικ. και πληθ. του ναῦς. νῆα: ион. acc. к ναῦς.
    917 bytes (53 words) - 00:28, 1 January 2019
  • 78; ἱερὸν π. τοῦ Ὀσείριος OGI56.51 (Canopus, iii B.C.): when distd. from ναῦς, without Adj., mostly merchant-ship or transport, as opp. ship of war, τοῖς
    9 KB (986 words) - 13:50, 3 October 2019
  • λ. που διατηρήθηκε σχεδόν αυτούσια σε πολλές ΙΕ γλώσσες (πρβλ. αρχ. ελλ. ναῦς, αρχ. ινδ. naus, περσ. nav, αρμ. naw, λατ. navis, αρχ. ιρλδ. nau κ.λπ.).
    6 KB (384 words) - 12:02, 29 September 2017
  • περικλῄσειαν Th.2.90: abs., περικλειούσης θαλάττης Ph.2.544:—Med., περικλῄσασθαι τὰς ναῦς τῶν ἐναντίων get them surrounded, Th.7.52:—Pass., ὑπὸ πλήθους περικλῃόμενοι
    5 KB (400 words) - 05:30, 10 January 2019
  • ἡ,    A v. ναῦς. νηῦς: ἡ, ἵδε ἐν λ. ναῦς. ion. et épq. c. ναῦς. (νέ Od. 24.1), gen. νηός and νεός, dat. νηί, acc. νῆα and νέα, pl. νῆες, νέες, gen
    2 KB (164 words) - 07:20, 31 December 2018
  • Boat: P. and V. πλοῖον, τό, Ar. and P. ἄκατος, ἡ; see boat. Ship: P. and V. ναῦς, ἡ. Look up vessel on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    736 bytes (89 words) - 10:08, 21 July 2017
  • δύνασις, ἡ, ἰσχύς, ἡ. battle: P. and V. ἔργον, τό. put ships out of action: P. ναῦς ἄπλους ποιεῖν (Thuc. 7, 34). some seven (ships) were put out of action: P
    891 bytes (115 words) - 10:34, 24 August 2019
  • transport: P. ναῦς ἱππαγωγός, ἡ, or Ar. and P. ἱππαγωγός, ἡ (alone). Corn transport: P. ναῦς σιτηγός, ἡ, ναῦς σιταγωγός, ἡ. Hoplite transport: P. ναῦς ὁπλιταγωγός
    2 KB (211 words) - 12:25, 10 January 2019
  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο νέα: Ιων. αιτ. του ναῦς. νέα: I acc. к ναῦς. II ἡ [f к νέος I] 1) (sc. σελήνη) новолуние Arph., Lys.; 2) (sc
    1 KB (96 words) - 13:55, 31 January 2019
  • War chariot, subs.; P. ἅρμα πολεμιστήριον (Plat.). Ship of war: P. and V. ναῦς μακρά, ἡ, P. πλοῖον μακρόν, τό. Wage war, v.: P. and V. πολεμεῖν; see war
    2 KB (212 words) - 10:09, 21 July 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)