Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "νεογενής" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο νεογενής: -ές (γίγνομαι), νεογέννητος, σε Αισχύλ., Πλάτ. νεογενής: 1) недавно родившийся, новорожденный (δάκος
    3 KB (217 words) - 04:25, 10 January 2019
  • νεανίας; with fem. nouns, V. νεᾶνις; see youthful. New born: P. and V. νεογενής (Plat.), V. νεογνός, νεόθηλος, νεόγονος. So young: P. and V. τηλικοῦτος
    2 KB (210 words) - 11:01, 7 August 2017
  •    A f.l. for νεογενής in E.IA1623 (unless scanned as trisyll.). νεᾱγενής: ἡμαρτημένη γραφὴ ἀντὶ τοῦ νεογενής, ἐν Ψευδο-Εὐρ. Ι. Α. 1623. ής, ές : dor
    879 bytes (48 words) - 00:32, 1 January 2019
  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο νεόγονος: -ον, = νεογενής, σε Ευρ. νεόγονος: Eur. = νεογενής. νεό-γονος, ον = νεογενής, Eur.]
    1 KB (68 words) - 04:10, 10 January 2019
  • -ές, Ν νεογενής αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πριν από τη νεογενή υποπερίοδο εποχή της ιστορίας της Γης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    236 bytes (28 words) - 12:22, 29 September 2017
  • επιγενής, ετερογενής, ευγενής, θαλασσογενής, θεογενής, ιθαγενής, μονογενής, νεογενής ομογενής, ομοιογενής, οστεογενής, οψιγενής, παλαιογενής, πρεσβυγενής, πρωτογενής
    52 KB (4,541 words) - 13:32, 3 October 2019
  • νεαγενής. ής, ές : ion. c. νεογενής. ές: new-born, Od. 4.336 and Od. 17.127. νεηγενής, -ές (Α) ιων. τ. βλ. νεογενής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (114 words) - 04:10, 10 January 2019
  • Πολυΐστ. ἐν Mül. fragm. history. gr. III, σελ. 217. νειηγενής, -ές (Α) βλ. νεογενής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    317 bytes (32 words) - 12:02, 29 September 2017
  • νεογενία: ἡ, νέα γέννησις, Θεόδοτος Ἀγκύρ. 1398Β. νεογενία, ἡ (Α) νεογενής νέα γέννηση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    212 bytes (22 words) - 11:57, 29 September 2017
  • adj. P. and V. νεογενής (Plat.), V. νεόγονος, νεογνός. Look up new-born on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    185 bytes (27 words) - 09:47, 21 July 2017
  • νεοβλαστῆ, Opp. Hal. 1, 735. νεοβλαστής: -ές, ὁ νεωστὶ βλαστήσας, μεταφορ., νεογενής, τέκνα νεοβλαστῆ Ὀππ. Ἁλ. 1. 735, πρβλ. Πολυδ. Α΄, 231. νεοβλαστής, -ές
    1 KB (66 words) - 12:02, 29 September 2017
  • νεώρης, νεόπηκτος, νεοχάρακτος, νεόφοιτος, ἀρτιπαγής, νεότομος, ἀρτιθαλής, νεογενής, ἀρτιφυής, ἀδίαντος, ἀκμής, ποταίνιος, ἑρσήεις, ἐερσήεις, δροσώδης, δροσερός
    829 bytes (73 words) - 09:40, 15 October 2019
  • недавно возникший = νεογενής Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    40 bytes (38 words) - 23:10, 13 October 2019
  • недавно родившийся = νεογενής, ἀρτιγέννητος, νεοθηλής Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota |
    93 bytes (40 words) - 12:15, 14 October 2019
  • новорожденный = ἐπιμαστίδιος, νεογενής, ἀρτιγέννητος, νεοθηλής, νεογιλός, ἀρτίτοκος, ἀρτιτρεφής, νεότοκος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    220 bytes (44 words) - 17:15, 14 October 2019
  • νεοφοβία < γαλλ. neo-phobie).Σύνθ. με νε(ο)-: νεανθής, νέηλυς, νεόγαμος, νεογενής, νεογέννητος, νεογιλός, νεογνός, νεοδίδαχτος, νεόδμητος (Ι), νεοοικοδόμητος
    10 KB (488 words) - 12:02, 29 September 2017
  • νεοφοβία < γαλλ. neo-phobie).Σύνθ. με νε(ο)-: νεανθής, νέηλυς, νεόγαμος, νεογενής, νεογέννητος, νεογιλός, νεογνός, νεοδίδαχτος, νεόδμητος (Ι), νεοοικοδόμητος
    10 KB (488 words) - 12:02, 29 September 2017