Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "νοερός" on this wiki. See also the other search results found.

  • slang.gr | Κάτο νοερός: -ά, -όν (νόος), διανοητικός, αυτός που ανάγεται στη νοητική λειτουργία του εγκεφάλου, σε Πλάτ. κ.λπ. νοερός: 1) относящийся к
    5 KB (405 words) - 04:20, 10 January 2019
  • επίρρ. βλ. νοερός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    66 bytes (12 words) - 12:03, 29 September 2017
  • νοηρός, -ά, -όν (Α) βλ. νοερός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    86 bytes (15 words) - 12:03, 29 September 2017
  • νοητῶν, -οῡσα, -όν (Μ) νοερός, νοητός. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. σχηματισμένη < νοητός + μετοχική κατάλ. -ών]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    317 bytes (22 words) - 11:58, 29 September 2017
  • (ΑΜ νοερῶς) επίρρ. βλ. νοερός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    92 bytes (14 words) - 12:03, 29 September 2017
  • -ή, -όν (Α) νοερός νοερός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο νοερωτός: Sext. = νοερός.
    164 bytes (18 words) - 00:32, 1 January 2019
  • Nat.14.20; δ. φαντασίαι mental images, Cic.Fam.15.16.1; discursive, opp. νοερός, Dam.Pr.415: Comp. -ώτερος ib.219. Adv. -κῶς Arr.Epict.1.14.7. [Seite
    7 KB (615 words) - 21:10, 9 January 2019
  • ανθρωπωνύμια Ἀλκίνοος, Ἀρσίνοος, Ἀριστόνους, Εὔνοος, Πραξινόη κ.λπ. ΠΑΡ. νοερός, νοώ (Ι) αρχ. νοηρός, νοήρης, νοΐδιον μσν. νοϊκός, νοώ (ΙΙ). ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό)
    20 KB (1,518 words) - 12:45, 15 February 2019
  • διάνοια νεοελλ. 1. κατανοητός 2. αυτός που υπάρχει μόνο στον νου, ιδεατός, νοερός, σε αντιδιαστολή, προς τον αισθητό, τον πραγματικό μσν.-αρχ. αυτός που έχει
    4 KB (317 words) - 04:15, 10 January 2019
  • νοεροῡμαι, -όομαι (Μ) νοερός εμπνέομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    96 bytes (14 words) - 12:03, 29 September 2017
  • ανθρωπωνύμια Ἀλκίνοος, Ἀρσίνοος, Ἀριστόνους, Εὔνοος, Πραξινόη κ.λπ. ΠΑΡ. νοερός, νοώ (Ι) αρχ. νοηρός, νοήρης, νοΐδιον μσν. νοϊκός, νοώ (ΙΙ). ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό)
    23 KB (1,962 words) - 14:12, 3 October 2019
  • νοϊκός: -ή, -όν, = νοερός, Ἐπιφαν. Αἱρεσ. 31, 6. νοϊκός, -ή, -όν (Μ) ο του νου, αυτός που αναφέρεται στον νου. [ΕΤΥΜΟΛ. < νόος / νοῦς + κατάλ. -ικός]
    424 bytes (34 words) - 12:03, 29 September 2017
  • νοερότης: ἡ, τὸ οὐσιαστ. τοῦ νοερός, Ψευδο-Διον. 705Β. νοερότης, -ητος, ἡ (Α) νοερός η ιδιότητα του νοερού, το να είναι κάτι νοερό. Αναζήτηση σε: Google
    297 bytes (32 words) - 12:03, 29 September 2017
  • ὑπερκοσμίου καὶ ἐγκοσμίου ψυχῆς Iambl.Myst.3.28, op. νοητός ‘inteligible’ y νοερός ‘intelectivo’ κόσμος Dam.Pr.94, θεός Dam.Pr.99, op. ψυχικός ‘del alma’ εἴδη
    3 KB (305 words) - 07:06, 29 September 2017
  • νουνεχ-ῶς, -όντως (: νοῦν ἔχει, ἔχων, Schwyzer 452). Derivatives: Nouns: 1. νοερός mindful, intellectual (Heraclit., Arist.); 2. νοήρης prudent, capable (Herod
    51 KB (5,250 words) - 14:17, 6 November 2019
  • νοερηφόρος, -ον (Α) αυτός που οδηγεί προς τον νοερό κόσμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < νοερός + -φόρος (< φέρω). Το -η- αντί του -ο- οφείλεται σε μετρικούς λόγους προς
    713 bytes (53 words) - 12:03, 29 September 2017
  • εκπορεύεται κάθε νόηση, ο δημιουργός νοερών, πνευματικών πραγμάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < νοερός + -τόκος (< τίκτω), πρβλ. ζωο-τόκος. Το -η- του τ. αντί του -ο- οφείλεται
    889 bytes (64 words) - 12:03, 29 September 2017
  • noërus, a, um (νοερός), mit Verstand begabt, verständig, Tert. adv. Val. 20.
    120 bytes (12 words) - 09:29, 15 August 2017
  • интеллектуальный = διανοητικός, νοερός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    64 bytes (38 words) - 03:25, 14 October 2019
  • nŏĕrus: a, um, adj., = νοερός, I gifted with understanding, Tert. adv. Val. 20. Look up in: Google | Google Books | Perseus KWIC Corpus search | Perseus
    231 bytes (50 words) - 06:50, 14 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)