Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "νυγματώδης" on this wiki. See also the other search results found.

  • πυκνὴ καὶ νυγματώδης», Αριστοτ.) 2. αυτός που προκαλεί νυγμό, που κεντά, που τσιμπά ή αυτός που εκδηλώνεται με τσίμπημα, με κέντρισμα («νυγματώδης πόνος»)
    2 KB (122 words) - 16:20, 30 December 2020
  • Medic., 5 Medic., δ. πνευμάτων, = βορβορυγμός, Dsc.5.45; sensation, δ. νυγματώδης, φρικώδης, Sor.2.17, Philum.Ven.17.1. 6 course, ἡμέρα δωδεκάωρος δ. Secund
    9 KB (808 words) - 13:55, 14 September 2021
  • колющий = ὀξυτόρος, δουροτόμος, νυγματώδης * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    93 bytes (39 words) - 08:10, 14 October 2019