Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "νυκτάλωψ" on this wiki. See also the other search results found.

  • 8.48.1.    2 day-blindness, Dem.Ophth. ap. Simon.Jan. s.v. nictilopa. νυκτάλωψ: -ωπος, ὁ, ἡ, (νύξ, ὤψ) = ὁ τῆς νυκτὸς ὁρῶν, Ἱππ. 110Ε· ἀλλ’ ὁ Ermerins
    10 KB (842 words) - 15:20, 2 October 2019
  • νυκτοκλοπία, νυκτοκόραξ, νυκτοπόρος, νυκτοφύλαξ αρχ. νυκταιροδύτειρα, νυκτάλωψ, νύκταρχος, νυκταστράπτης, νυκταυγής, νυκτεγερτώ, νυκτερέτης, νυκτηγορώ
    13 KB (811 words) - 15:20, 15 January 2019
  • ημέρας. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. nyctalopia < λατ. nyctalops < νυκτάλωψ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    470 bytes (35 words) - 12:03, 29 September 2017
  • attacks of night-blindness, Hp.Epid.6.7.1. -ή, -ό (Α νυκταλωπικός, -ή, -όν) νυκτάλωψ 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη νυκταλωπία 2. αυτός που πάσχει από
    983 bytes (57 words) - 12:03, 29 September 2017
  • πάσχω από νυκταλωπίαση, εξασθενεί η όρασή μου κατά τη νύχτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < νυκτάλωψ «αυτός που βλέπει κατά τη διάρκεια της νύχτας» + κατάλ. -ιῶ, δηλωτική ασθένειας
    809 bytes (59 words) - 11:58, 29 September 2017
  • nyctălops: ōpis, adj., = νυκτάλωψ. I That cannot see in the twilight, Plin. 28, 11, 47, § 170; 8, 50, 76, § 203; Dig. 21, 1, 10. — II That sees only at
    998 bytes (148 words) - 09:30, 15 August 2017
  • [ᾰ], ὁ, ἡ, hemeralops. Opposite nyctalops. ἡμεράλωψ: ὁ, ἡ, ἀντιθ. νυκτάλωψ, ὃ ἴδε, Γαλην. Εἰσαγ. 768. ο, η (Α ημεράλωψ) αυτός που πάσχει από ημεραλωπία
    1 KB (65 words) - 15:00, 10 January 2019
  • νυκτίλωψ: ὁ, ἡμαρτημ. γραφ. ἀντὶ νυκτάλωψ. νυκτίλωψ, ὁ και ἡ (Α) (εσφ. γρφ.) νυκτάλωψ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    208 bytes (23 words) - 12:03, 29 September 2017
  • νυκταλωπῶ, -άω (Μ) νυκτάλωψ (κατά τον Ευστάθ.) «νυκταλωπῶν ὁ νυστάζων». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    163 bytes (19 words) - 12:03, 29 September 2017
  • cases like πομφόλοξ : πομφός, πέμφιξ; βδελύσσομαι : βδόλος, βδέω; s. also νυκτάλωψ. On the formal connection with στάζω Debrunner IF 21, 224. -- Usually connected
    8 KB (681 words) - 15:50, 2 October 2019
  • prob. shortname; Bosshardt 125 f.). -- On itself stands with λ-sufflx νυκτάλωψ, s. v. But νυκτέλιος adjunct of Dionysos (AP, Plu., Paus.) haplologically
    39 KB (4,128 words) - 14:10, 3 October 2019
  • Etymology: Formation like αἱμάλωψ mass of blood, bloodshot place (Hp., pap.), νυκτάλωψ seeing in the night = day-blind(ness); sec. night-blind, night-blindness
    6 KB (485 words) - 15:10, 2 October 2019
  • никталопия = νυκτάλωψ Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe |
    40 bytes (37 words) - 17:30, 14 October 2019