Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "νῆα" on this wiki. See also the other search results found.

  • Authors & Works νῆα: νῆας, ἴδε ἐν λέξ. ναῦς· - μετὰ νῆάδε, εἰς τὸ πλοῖον, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 1768. acc. ion. de ναῦς. see νηῦς. νῆα: νῆας, Ιων. αιτ.
    864 bytes (66 words) - 11:55, 20 April 2021
  • Hom. only in Od., always in phrase νῆα κέλσαι run a ship to land, put her to shore, νῆα μὲν αὐτοῦ κέλσαι Od.10.511; νῆα… ἐκέλσαμεν ἐν ψαμάθοισιν 9.546; cause
    17 KB (1,702 words) - 13:52, 14 September 2021
  • η (Μ νῆα) πλοίο. [ΕΤΥΜΟΛ. Πλασματική λ., που σχηματίστηκε από την ονομ. πληθ. νῆες του ναῦς «πλοίο» ή την επικ. αιτ. εν. νῆα]. * Αναζήτηση σε: Google
    312 bytes (32 words) - 12:02, 29 September 2017
  • pl. νῆας, D.S.13.13, Plb.5.2.4, etc., cf. Phryn.147:— Ep. νηῦς, νηός, νηΐ, νῆα, pl. νῆες, νηῶν, νηυσί or νήεσσι, νῆας (but also gen. and acc. sg. νεός, νέα
    32 KB (3,179 words) - 18:46, 11 January 2022
  • third sources: Adv., (ὕψος) A high, νῆα . . ἔρυσσαν ὑ. ἐπὶ ψαμάθοις Il.1.486; ὑ. δ' ἐν νοτίῳ τήν γ' ὅρμισαν [νῆα] out from the beach, Od.4.785, 8.55;
    5 KB (414 words) - 14:35, 1 January 2021
  • καὶ ἅρμ' ἰθύνομεν (Ep. for -ωμεν) let us drive them straight, Il.11.528; νῆα θοὴν ἰθύνει [the pilot] keeps it straight, 23.317; τὴν δ' ἄνεμός τε κυβερνήτης
    17 KB (1,592 words) - 19:05, 11 January 2022
  • HA626b18. III = κατέχω A. IV, ἐς πατρίδα γαιαν νῆα κατισχέμεναι Od.11.456, cf. Hdt.8.41; ἐνὶ Φάσιδι νῆα put in there, A.R.3.57. IV intr., σέλας κατίσχει
    9 KB (828 words) - 15:39, 27 March 2021
  • πονοῦμαι, -έομαι α) κατασκευάζω κάτι («ἡμεῑς δ' ὅπλα ἕκαστα πονησάμενοι κατά νῆα ἥμεθα», Ομ. Οδ.) β) μάχομαι 9. παθ. α) πιέζομαι, στενοχωριέμαι («πόλεως..
    3 KB (262 words) - 13:00, 28 March 2021
  • πύλας ἔτλη κατελθεῖν; Ar.Fr.149.2 (parod.); from high land to the coast, ἐπὶ νῆα θοὴν κατελεύσομαι Od.1.303; from country to town, 11.188; down the Nile, εἰς
    18 KB (1,757 words) - 10:55, 30 December 2020
  • ῥαίσομαι (διαρ-) Il.24.355: aor. ἐρραίσθην 16.339:—break, shiver, shatter, ῥ. νῆα wreck a ship, Od.8.569, 13.151, 23.235; ῥ. τινά cause one to suffer shipwreck
    12 KB (1,072 words) - 19:05, 11 January 2022
  • pass. sense, Opp.H.2.216. II pile, load, νηήσας εὖ νῆας Il.9.358:—in Med., νῆα ἅλις χρυσοῦ—νηησάσθω let him pile his ship with gold enough, ib.137, cf. 279
    6 KB (517 words) - 18:20, 5 February 2021
  • τραβώ, σύρω στο έδαφος, γενικά με την έννοια της ορμής και σφοδρότητας («νῆα ἐρύσσομεν ἤπειρόνδε» — θα σύρουμε το πλοίο στην ξηρά, Ομ. Οδ.) 2. σύρω κάποιον
    8 KB (600 words) - 08:50, 23 August 2021
  • μετ’ αἰτιατ. προσώπ. καὶ ἀπαρ. δηλοῦντος τὸ κατά τι, ἐκαίνυτο φῦλ’ ἀνθρώπων νῆα κυβερνῆσαι, ὑπερέβαινε πάσας τὰς φυλὰς τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὴν τέχνην τοῦ κυβερνᾶν
    12 KB (1,026 words) - 18:40, 8 July 2020
  • μαυροκόκκινος, κοκκινωπός (α. «μήτι δ' αὖτε κυβερνήτης ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ νῆα θοὴν ἰθύνει», Ομ. Ιλ. β. «ὣς τ' ἐν νειῷ, βόε οἴνοπε πηκτὸν ἄροτρον... τιταίνετον»
    876 bytes (65 words) - 12:07, 29 September 2017
  • καταδιώκω, κυνηγώ από το ένα μέρος στο άλλο 3. βγάζω, οδηγώ έξω («ἐξελαύνειν νῆα ὅρμου») 4. επιτίθεμαι 5. εξέρχομαι έφιππος 6. εξέρχομαι μετέχοντας σε πομπή
    2 KB (118 words) - 06:30, 29 September 2017
  • hence dat. κομιδῇ used as Adv. (q.v.). 2 provision, supplies, ἐπεὶ οὐ κ. κατὰ νῆα ἦεν ἐπηετανός 8.232. II carriage, conveyance, especially of supplies and provisions
    14 KB (1,273 words) - 12:45, 14 September 2021
  • ἰλλομένοις ἐπὶ λαίφεσι, συστελλομένοις, ὁ αὐτ. 1. 329. 2) νῆα... κεραυνῷ Ζεὺς ἔλσας, «τὸ νῆα ἔλσας ἀντὶ τοῦ ἐλάσας, κρούσας, πλήξας» (Εὐστ.), Ὀδ. Ε. 132
    44 KB (3,989 words) - 11:40, 20 January 2022
  • χαλκῷ 18.309, cf. Hp.Mul.2.153, Call.Fr.289, etc.; of lightning, shiver, νῆα… κεραυνῷ Ζεὺς ἔλσας ἐκέασσε Od.5.132; of a spear, κέασσε δ' ἄρ' ὀστέα λευκά
    11 KB (1,052 words) - 13:35, 27 November 2021
  • 373. 18, 165; zunächst häufig von Schiffen: νῆα μέλαιναν ἐρύσσομεν εἰς ἅλα δῖαν, ins Meer ziehen, Od. 8, 34; νῆα θοὴν ἅλαδ' εἴρυσε 2, 389; ἐπ' ἠπείροιο ἔρυσσαν
    70 KB (6,599 words) - 19:00, 11 January 2022
  • Th.4.115; of ships, launch them into the deep, ἐνήσομεν εὐρέϊ πόντῳ (sc. νῆα) Od.2.295, 12.293. 5 send into the assembly, employ, ἄλλους ῥήτορας Th.6.29;
    26 KB (2,534 words) - 13:00, 20 July 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)