Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ξανθοκόμης" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ξανθοκόμης: -ου, ὁ (κόμη), = ξανθόθριξ, σε Πίνδ., Θεόκρ. ξανθοκόμης: ου adj. m Pind., Theocr. = ξανθόθριξ.
    2 KB (144 words) - 16:33, 30 December 2020
  • dasselbe, Nonn. D. 11, 395. ξανθόκομος, -ον (Α) (δ. γρφ·) ξανθοκόμης. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. ξανθοκόμης. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    397 bytes (30 words) - 06:48, 31 December 2018
  • συνθετικό) αρχ. ξανθόγεως, ξανθοδερκής, ξανθόθριξ, ξανθοκάρηνος, ξανθοκάρυον, ξανθοκόμης, ξανθόλευκος, ξανθόλοφος, ξανθομήλινος, ξανθόμματος, ξανθόουλος, ξανθοποιώ
    25 KB (2,281 words) - 08:50, 23 May 2021