Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ξεναρκής" on this wiki. See also the other search results found.

  • nom. pr. ξεναρκής: -ές, (ἀρκέω) ὁ βοηθῶν τοὺς ξένους, Πινδ. Ν. 4. 20. ής, ές : protecteur des étrangers. Étymologie: ξένος, ἀρκέω. ξεναρκής    1 protecting
    2 KB (112 words) - 13:00, 9 January 2019
  • αυτάρκης, βιαρκής, γυιαρκής, διαρκής, εξαρκής, επαρκής, ζωαρκής, καταρκής, ξεναρκής, ολιγαρκής, παναρκής, πανταρκής, ποδαρκής, πολυαρκής. (II) ἄρκος, ο, η
    1 KB (97 words) - 12:07, 8 January 2019
  • Ξενάρκης father of Aristomenes, a Pythian victor.    1 λτ;γτ;έναρκες (P. 8.72)
    161 bytes (14 words) - 14:41, 17 August 2017
  • αυτάρκης, βιαρκής, γυιαρκής, διαρκής, εξαρκής, επαρκής, ζωαρκής, καταρκής, ξεναρκής, ολιγαρκής, παναρκής, πανταρκής, ποδαρκής, πολυαρκής. (II) ἄρκος, ο, η
    4 KB (341 words) - 13:13, 3 October 2019
  • νέμονται οὐ θέμιν οὐδὲ δίκαν ξείνων ὑπερβαίνοντες (of Aigina: cf. θεμίξενος, ξεναρκής) (I. 9.5) ]θεμις[ ?fr. 333a. 3.    b pl. divine ordinances ἀγῶναδ' ἐξαίρετον
    47 KB (4,426 words) - 14:50, 2 October 2019
  • защищающий иностранцев = ξεναρκής Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    40 bytes (38 words) - 05:45, 14 October 2019