Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ξυλικός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Ἀρτεμίδ. 2. 37· ξ. ὕλη, ξυλεία, ξυλική, Συλλ. Ἐπιγρ. 2454. -ή, -ό (Α ξυλικός, -ή, -όν) ξύλον το θηλ. ως ουσ. η ξυλική ξύλα που λαμβάνονται από υλοτομία
    3 KB (205 words) - 11:25, 14 January 2019
  • της Ελληνικής.Παρ. και συνθ. του ξύλο(ν) ΠΑΡ. ξυλάριο(ν), ξυλεύω, ξυλίζω, ξυλικός, ξύλινος, ξυλίτης, ξυλώδης, ξυλών(ας) αρχ. ξυλεύς, ξυληρός, ξύλιον, ξυλώ
    12 KB (790 words) - 13:00, 15 February 2019
  • η (Α ξυλική) βλ. ξυλικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    79 bytes (14 words) - 11:59, 29 September 2017
  • ξυλικάριος, ὁ (Α) ξυλικός ξυλέμπορος ή, κατ' άλλη ερμηνεία, εργάτης εργοστασίου κατεργασίας ξύλων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    224 bytes (22 words) - 12:07, 29 September 2017