Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "οἶνον" on this wiki. See also the other search results found.

  • τό, in pl., οἶνα· τὰ τῆς ἀμπέλου φύλλα, Hsch. οἶνον: τό, = οἴναρον, παρ’ Ἡσυχ.
    401 bytes (14 words) - 09:23, 5 August 2017
  • 622 ; οἶνον ἔμισγον ἐνὶ κρητῆρσι καὶ ὕδωρ 1.110 : with Preps., ἐν οἴνῳ over one's cups, Ar.Lys.1227, Call.Epigr.23.8 ; παρ' οἴνῳ S.OT780 ; παρ' οἶνον Plu
    18 KB (1,715 words) - 12:10, 26 February 2019
  • 107). Make wine from sharp unripe grapes: V. τεύχειν ἀπʼ ὄμφακος πικρᾶς οἶνον (Aesch., Ag. 970). Look up wine on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google
    1 KB (106 words) - 11:57, 7 August 2017
  • στάβλος αλόγου 12. αποθήκη τροφίμων («ὅν ἐξῆχεν ἐκ τῶν οἰκημάτων σῑτον καὶ οἶνον», Δημ.) 13. εργαστήριο 14. επίπεδο, πάτωμα 15. μτφ. «αἰσθητικὸν οἴκημα» —
    2 KB (115 words) - 12:07, 29 September 2017
  • (Α ἐπιπάσσω και αττ. ἐπιπάττω) πάσσω πασπαλίζω κάτι πάνω σε κάτι («ἐπ’ οἶνον... ἄλφιτα πολλὰ ἐπιπασθέντα», Πλάτ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    270 bytes (26 words) - 07:11, 29 September 2017
  • σπένδω in a religious sense, οἶνον λείβειν make a libation of wine, Il.1.463, Od.3.460; μέθυ 12.362; also λείβειν (without οἶνον) Il.24.285; ἐξ ἀσαμίνθου κύλικος
    19 KB (1,798 words) - 12:05, 26 February 2019
  • κρητῆρος, aus dem Mischgefäße, Il. 1, 598; οἶνον ἐκ κρητῆρος ἀφυσσἀμενοι δεπάεσσιν ἔκχεον Iliad. 3, 295; οἶνον ἐν ἀμφιφορεῦσιν Od. 2, 379; εἰς ἄγγεα Hes
    16 KB (1,555 words) - 20:15, 9 January 2019
  • γεμίζειν ὕδωρ (sc. τὴν ὑδρίαν) to fill it full of water, Paus.3.13.3:—Pass., οἶνον, πῦρ γεμισθείς, AP12.85 (Mel.). [Seite 480] anfüllen, vollpacken, befrachten
    15 KB (1,291 words) - 21:10, 9 January 2019
  • φιλοξενία 2. (σχετικά με εχθρικό στράτευμα) απόκρουση 3. μέσα περιποίησης («οἶνον Λέσβιοι καὶ τὴν ἄλλην ὑποδοχὴν παρεῑχον», Πλούτ.) 4. το αξίωμα και το έργο
    3 KB (212 words) - 12:59, 29 September 2017
  • ἐντός τινος, ἐν δ’ οἶνον ἔχευεν χρυσείῳ δέπαϊ Ὀδ. Γ. 40· ἐν δ’ οἶνον ἔχευεν ἀσκῷ ἐν αἰγείῳ Ζ. 77· μέθυ... ἐγχείῃ δεπάεσσι Ι. 10· οἶνον ἐς κύλικα Ἡρόδ. 4
    22 KB (2,277 words) - 21:20, 9 January 2019
  • 3. (για εμπορεύματα) φέρνω από άλλη χώρα («εισάγει πρώτες ύλες», «εἰσάγω οἶνον Ἀθήναζε») 4. μεταφέρω από αλλού ή καθιερώνω νέα ήθη, έθιμα, θεσμούς κ.λπ
    3 KB (240 words) - 06:27, 29 September 2017
  • ἐπὶ τοῦ οἴνου, οἶνον ἐΰφρονα καρπὸν ἀρούρης Ἰλ. Γ. 246· ἀλλ᾽ ἁπλῶς: καρπός, ἐπὶ τοῦ σίτου, κτλ., κατ᾽ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἀμπέλους ἢ τὸν οἶνον, Ἀριστοφ. Νεφ
    4 KB (376 words) - 10:08, 5 August 2017
  • (AM ἐγχέω) χύνω μέσα («ἐς κύλικα μεγάλην κεραμίνην οἶνον ἐγχέαντες») μσν. βρίζω αρχ. 1. (για κρασί) γεμίζω το ποτήρι, κερνώ 2. γεμίζω το ποτήρι, πίνω στην
    841 bytes (65 words) - 06:39, 29 September 2017
  • Αθήν. β. «ξύλον τὸ τυχὸν ἢ λίθον ἐπιβαλεῑν χυδαῑον», Πλούτ. γ. «τὸν χυδαῑον οἶνον καρηβαρίτην ἔλεγον», Σχόλ. Αριστοφ.). επίρρ... χυδαίως ΝΜΑ, και χυδαία Ν
    3 KB (181 words) - 06:29, 29 September 2017
  • v. κρᾶσις):    1 mostly of diluting wine with water, κερῶντάς τ' αἴθοπα οἶνον Od.24.364; κέρασσε δὲ νέκταρ ἐρυθρόν 5.93; κέρασον ἄκρατον Ar.Ec.1123, cf
    38 KB (3,314 words) - 11:40, 26 February 2019
  • 615; οἶνον δ' ἐκ κρητῆρος ἀφυσσόμενοι δεπάεσσιν ἔκχεον Il.3.295, cf. 247; κρητῆρι δὲ οἶνον μίσγον ib.269; κρητῆρα κερασσάμενος Od.7.179, 13.50; οἶνον ἔμισγον
    14 KB (1,273 words) - 11:45, 26 February 2019
  • έκσταση 2. πρόκληση μεγάλης συγκίνησης αρχ. νάρκη, λήθαργος («ἐπότισας ἡμᾱς οἶνον κατανύξεως», ΠΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατανύσσω. Για τη σημασιολογική εξέλιξη της
    626 bytes (43 words) - 06:38, 29 September 2017
  • Od., μελίφρονα οἶνον ἐκίρνα (impf. of κιρνάω) 7.182, 10.356; κίρνη μελιηδέα οἶνον (impf. of κίρνημι) 14.78, 16.52; κιρνὰς αἴθοπα οἶνον (part.) 16.14; κιρνᾷ
    8 KB (710 words) - 11:40, 26 February 2019
  • λέξη και βρίσκω την ετυμολογία της («Πλάτων δ' ἐν κρατύλῳ ἐτυμολογῶν τὸν οἶνον οἰόνουν αὐτόν φησιν εἶναι», Αθήν.) συνάγω, συμπεραίνω κάτι από την ετυμολογία
    451 bytes (39 words) - 07:13, 29 September 2017
  • pres. Med. πίομαι, v. supr.]: —drink, freq. from Hom. downwds., c. acc., π. οἶνον, ὐρόν, αἷμα, etc., Od.15.391, 17.225, S.OC622, etc.; π. ὕδωρ Αἰσήποιο drink
    48 KB (4,564 words) - 21:10, 20 August 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)