Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πάντευχος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Orac.Chald. ap. Dam.Pr.70. [Seite 463] in voller Waffenrüstung, Sp. πάντευχος: -ον, ὡπλισμένος ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν, Χρησμ. ἐν Δαμασκ. περὶ Ἀρχ. σ
    1 KB (50 words) - 12:13, 29 September 2017
  • πανσαγία. ας (ἡ) : armure complète. Étymologie: πᾶν, τεῦχος. ἡ, Α πάντευχος πλήρης εξοπλισμός, πανοπλία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    3 KB (215 words) - 12:05, 26 February 2019
  • πανσύνετος, πάνσωμος, πανσωτήριος, παντέλειος, παντερπής, παντερπνός, πάντευχος, πάντιμος, πανύμνητος, πανύψιστος μσν. παγγάληνος, παγγέραστος, πάγγυμνος
    14 KB (776 words) - 12:12, 29 September 2017