Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πένθος" on this wiki. See also the other search results found.

  • κατάκρηθεν λάβε πένθος ἄσχετον, Il. 16, 548; ἔνὶ φρεσὶ πένθος ἔχειν, Od. 7, 218 u. öfter; τινός, um Einen, 24, 423; Leid, ἔτλαν πένθος οὐ φατόν, Pind.
    14 KB (1,358 words) - 14:10, 4 July 2020
  • πενθῆσαι», Ομ. Ιλ.) 2. έχω πένθος, είμαι σε πένθος 3. φέρω τα εξωτερικά σημάδια του πένθους τηρώντας το τυπικό, δηλ. τα μαύρα ρούχα ή τη μαύρη ταινία στον
    860 bytes (72 words) - 12:15, 29 September 2017
  • και, συνεπώς, προκαλεί μείωση του όγκου του (νεοελλ.-μσν.) 1. βάσανο 2. πένθος 3. κηδεία («σε θλίψη ή σε γάμο») μσν. 1. ευνουχισμός ζώου που προκαλείται
    1 KB (96 words) - 07:17, 29 September 2017
  • -η, -ο (Μ λυπημένος, -η, -ον) αυτός που κατέχεται από λύπη ή πένθος, θλιμμένος, στενοχωρημένος, περίλυπος μσν. 1. λυπητερός 2. πένθιμος 3. ευσπλαχνικός
    763 bytes (53 words) - 07:34, 29 September 2017
  • ἡ, ἀνία, ἡ. P. ταλαιπωρία, ἡ, V. δύη, ἡ, πῆμα, τό, πημονή, ἡ, οἰζύς, ἡ, πένθος, τό (in P., outward signs of mourning), Ar. and V. ἄλγος, τό, ἄχος, τό.
    1 KB (136 words) - 17:47, 5 June 2020
  • πῆμα, τό. distress: P. and V. λύπη, ἡ, πόνος, ὁ, V. πῆμα, τό, πημονή, ἡ, πένθος, τό, P. ταλαιπωρία, ἡ. misfortune: P. and V. δυσπραξία, ἡ, συμφορά, ἡ, πάθος
    733 bytes (72 words) - 08:53, 20 May 2020
  • ἄχος, τό. mental pain: P. ταλαιπωρία, ἡ, V. δύη, ἡ, πῆμα, τό, πημονή, ἡ, πένθος, τό, οἰζύς, ἡ. have a pain in one's finger: P. τὸν δάκτυλον ἀλγεῖν (Plato
    2 KB (175 words) - 09:15, 20 May 2020
  • Ar. and V. ἄλγος, τό, ἄχος, τό, V. δύη, ἡ, πῆμα, τό, πημονή, ἡ, οἰζύς, ἡ, πένθος, τό (in P. outward signs of mourning), P. ταλαιπωρία, ἡ. sorrows, troubles:
    2 KB (151 words) - 17:48, 5 June 2020
  • λέγεται ως επιτίμηση για να δηλώσει τις χήρες εκείνες που δεν τηρούν το πένθος τους όπως πρέπει. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαράκοντα (< τεσσαράκοντα, για την αποκοπή
    2 KB (144 words) - 11:35, 14 January 2019
  • (-λημπτ-).    4 certain, opp. εὔλογος, Herod.Med. ap. Aët.9.37.    II Act., πένθος θεόθεν κ. grief that falls on us from the gods, E.Hipp.1346 (anap.). [Seite
    7 KB (607 words) - 18:10, 7 July 2020
  • grief: P. and V. λύπη, ἡ, ἀνία, ἡ, V. δύη, ἡ, πῆμα, τό, πημονή, ἡ, οἰζύς, ἡ, πένθος, τό (in P. = outward signs of mourning): Ar. and V. ἄλγος, τό, ἄχος, τό
    778 bytes (76 words) - 08:52, 20 May 2020
  • ἄλγημα, τό, P. ταλαιπωρία, ἡ, κακοπάθεια, ἡ, V. δύη, ἡ, πῆμα, τό, πημονή, ἡ, πένθος, τό, οἰζύς, ἡ, Ar. and V. ἄχος, τό, ἄλγος, τό; see pain. ⇢ Look up "anguish"
    518 bytes (53 words) - 09:16, 20 May 2020
  • το (Μ κλάψιμο) κλαίω 1. κλάμα 2. παράπονο, μεμψιμοιρία μσν. πένθος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    197 bytes (20 words) - 06:40, 29 September 2017
  • Il. 19.225. from πένθος; to grieve (the feeling or the act): mourn, (be-)wail. πένθω; future πενθήσω; 1st aorist ἐπένθησα (πένθος); from Homer down;
    8 KB (820 words) - 14:11, 3 October 2019
  • ὁ (Plato), P. θρηνῳδία, ἡ (Plato), V. θρηνήματα, τά. mourning: P. and V. πένθος, τό, V. πένθημα, τό. sorrow: P. and V. λύπη, ἡ, ἀνία, ἡ, Ar. and V. ἄλγος
    1 KB (111 words) - 17:48, 5 June 2020
  • See lamentation. outward tokens of sorrow: P. and V. πένθος, τό, V. κουρά, ἡ (lit., shaving of the head), πένθημα, τό. assume mourning, v.; P. and V. πενθεῖν
    1,023 bytes (103 words) - 08:51, 20 May 2020
  • Α ιων. τ. ἐτήσιος, -ία (-ίη), -ον) έτος 1. αυτός που διαρκεί ένα έτος («πένθος ἐτήσιον», Ευρ.) 2. αυτός που γίνεται κάθε χρόνο (α. «ετήσιες εξετάσεις»
    1 KB (97 words) - 07:13, 29 September 2017
  • ἄληστος): (ἀ- priv., λαθεῖν, λήθομαι): —   A not to be forgotten. insufferable, πένθος, ἄχος, Il.24.105, Od.4.108, Hes.Th.467, cf. Alcm.23, A.Pers.990; ἔπαθον
    11 KB (1,005 words) - 15:10, 1 July 2020
  • le deuil ; triste. Étymologie: πένθος. -η, -ο / πένθιμος, -ίμη, -ον, θηλ. και -ος, ΝΑ αυτός που αναφέρεται στο πένθος ή αυτός που είναι δηλωτικός πένθους
    5 KB (440 words) - 15:25, 4 July 2020
  • διάρκεια ενός έτους, πένθος, σε Ευρ., Θουκ. 2. κάθε χρόνο, ενιαύσιος, στον ίδ. ἐτήσιος: 1) длящийся один год, годичный (πένθος Eur.; προστασία Thuc.);
    5 KB (429 words) - 14:26, 4 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)