Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πέος" on this wiki. See also the other search results found.

  • μεμβράνη του ανδρικού γεννητικού οργάνου, το πέος, σε Αριστοφ. κ.λπ. πέος: πέεος τό membrum virile Arph., Anth. πέος -ους, τό pik (vulgair). Grammatical
    4 KB (354 words) - 15:45, 2 October 2019
  • για μελέτη, σπουδή κ.λπ. («τα εργαλεία της μελέτης, της ειδικότητας») 2. το πέος μσν. πολεμική μηχανή, πολιορκητικό μηχάνημα αρχ.-μσν. 1. το κίνητρο που ωθεί
    1 KB (84 words) - 06:35, 29 September 2017
  • τὴν λαλιὰν του», Διγεν. Ακρ.) νεοελλ. 1. νεοσσός, κυρίως κότας 2. μτφ. πέος 3. φρ. α) «ελεύθερος σαν πουλί» — χωρίς καμία δέσμευση ή υποχρέωση β) «τρέχει
    1 KB (94 words) - 12:20, 29 September 2017
  • 1. σφηνοειδής παράταξη στη μάχη 2. μοχλός θύρας 3. επιστύλιο κίονα 4. το πέος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (124 words) - 07:08, 29 September 2017
  • πόσθην ὀνομαζομένην», Γαλ.) νεοελλ. ανατ. το δέρμα που καλύπτει το πέος αρχ. το πέος, το ανδρικό μόριο («πυγὴν μεγάλην πόσθην μικράν», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ
    7 KB (668 words) - 15:45, 2 October 2019
  • στη χαλκουμάτα», δημ. τραγούδι) 2. νεοσσός κότας, κοτοπουλάκι 3. μικρό πέος ή πέος μικρού παιδιού 4. φρ. α) «πουλάκι μου» i) προσφώνηση αγάπης ή στοργής
    813 bytes (69 words) - 12:20, 29 September 2017
  • (Μ βέργα) 1. κλαδί θάμνου ή δέντρου 2. ραβδί, μπαστούνι 3. δαχτυλίδι 4. το πέος νεοελλ. 1. η κληματίδα που πρόκειται να φυτευτεί 2. φρ. «βέργα του τουφεκιού»
    2 KB (111 words) - 07:00, 29 September 2017
  • καυλοκοπῶ, -έω (Μ) αποκόπτω τον καυλό, το πέος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καυλός «πέος» + «κοπῶ (< -κόπος < κόπος < κόπτω), πρβλ. δημο-κοπῶ, ξυλο-κοπῶ]. Αναζήτηση σε:
    538 bytes (29 words) - 06:39, 29 September 2017
  • όγκο, χοντρό ραβδί, μπαστούνι («θα αρπάξω καμιά ματσούκα να δεις» μσν. μτφ. πέος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. mazzoca < μσν. λατ. maxuca]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    541 bytes (39 words) - 07:36, 29 September 2017
  • προσποιητός, ασυνήθιστος 2. υπερβολικά μεγάλος 3. αυτός που έχει υπερβολικά μεγάλο πέος 4. αισχρός, βδελυρός 5. σεξουαλικά διεστραμμένος 6. άσχημος, δύσμορφος.
    619 bytes (49 words) - 07:00, 29 September 2017
  • το (Μ ματσούκι) 1. ρόπαλο 2. πέος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ματσούκιον < ματσούκα]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    291 bytes (19 words) - 07:27, 29 September 2017
  • εμπόρευμα, πραμάτεια («αυτό το κατάστημα έχει πολλά πράγματα») 5. αιδοίο ή πέος 6. (στην Κρήτη ως επίρρ. σε αρνητική προτ.) τίποτε, καθόλου («δεν κατέχω
    11 KB (858 words) - 12:55, 15 February 2019
  • το (ΑΜ καυλίον, Α και καυλεῑον) νεοελλ. 1. η βάλανος του πέους 2. το πέος μσν.-αρχ. μικρός βλαστός, μικρό κοτσάνι αρχ. 1. είδος θαλάσσιου βρύου («νέμονται
    845 bytes (59 words) - 07:23, 29 September 2017
  • («ῥόπτρα βυρσοπαγῆ καὶ κοῑλα περιτείναντες ἠχείοις χαλκοῑς», Πλούτ.) 4. το πέος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετεροιωμένη βαθμίδα ῥοπ- του ῥέπω + επίθημα -τρον (πρβλ. βάκ-τρον)]
    1 KB (96 words) - 12:27, 29 September 2017
  • σώματος, η κοχώνη 3. (κατά τον Φώτ.) το αιδοίο 4. (κατά το λεξ. Σούδα) το πέος 5. (στη Λυκία) είδος πλοίου με κεφάλι ταύρου ως διακόσμηση 6. μτφ. (για τον
    5 KB (366 words) - 12:50, 29 September 2017
  • pēnis: is, m. (abl. peni, Naev. ap. Fest. p. 230 Müll.) [τὸ πέος], I a tail. I In gen. (ante-class.): caudam antiqui penem vocabant, Cic. Fam. 9, 22, 2:
    2 KB (254 words) - 21:40, 27 February 2019
  • «φλέβα σχάζω [ή λύω]» — φλεβοτομώ γ) «φλὲψ γόνιμη» ή, απλώς, «φλέψ» — το πέος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχ. ριζικό όν. το οποίο ανάγεται στην ΙΕ ρίζα bhl-egw- «φουσκώνω
    7 KB (471 words) - 15:25, 15 January 2019
  • (Μ) κόβω τον καυλό, το πέος, καυλοκοπώ («τοὺς ἐν παιδεραστίαις εὑρισκομένους καυλοτομεῑσθαι», Μαλάλ. Ι.) [ΕΤΥΜΟΛ. < καυλός «πέος» + -τομῶ (< -τόμος < τόμος
    665 bytes (36 words) - 07:23, 29 September 2017
  • ὁ (Α ιθύφαλλος) σηκωμένο πέος, ομοίωμα τεντωμένου πέους, το οποίο χρησιμοποιούσαν σε βακχικές γιορτές αρχ. 1. το άσμα και ο χορός τών μετεχόντων στην πομπή
    774 bytes (57 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ενδυναμώνω αρχ. 1. νευριάζω κάποιον 2. (στον παθ. παρακμ.) νενεύρωμαι α) έχω το πέος τεντωμένο β) μτφ. (για συμφορά) έχω φθάσει σε κρισιμότατο σημείο. Αναζήτηση
    716 bytes (55 words) - 11:58, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)