Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "παίκτης" on this wiki. See also the other search results found.

  • παιχνίδια αρχ. χορευτής ή παίκτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο παίκτης: дор. παίκτας, ου ὁ игрок
    2 KB (125 words) - 07:28, 1 January 2019
  • τραπουλόχαρτα, που κατέχεται από το πάθος της χαρτοπαιξίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαρτιά + παίκτης / παίκτρια. Η λ. μαρτυρείται από το 1797 στον Αλ. Κάλφογλου, ενώ το θηλ
    791 bytes (59 words) - 13:01, 29 September 2017
  • ο, θηλ. παίχτρια βλ. παίκτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    83 bytes (14 words) - 12:12, 29 September 2017
  • ο, Ν αθλητής, παίκτης ποδοσφαίρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποδόσφαιρο + -ιστής. Η λ., στον λόγιο τ. του πληθ. ποδοσφαιρισταί, μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα
    449 bytes (32 words) - 12:19, 29 September 2017
  • ο, θηλ. σκακίστρια, Ν ο παίκτης του σκακιού και, ιδίως, ο ικανός παίκτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκάκι + κατάλ. -ιστής (πρβλ. βιολ-ιστής). Το αρσ. σκακιστής μαρτυρείται
    669 bytes (52 words) - 12:29, 29 September 2017
  • χορευτή 4. (στο χαρτοπαίγνιο της πρέφας) η περίπτωση κατά την οποία ένας παίκτης που έχει κάνει την αγορά πιάνει χαρτωσιές κατά δύο λιγότερες από όσες έχει
    2 KB (122 words) - 12:30, 29 September 2017
  • κλαδευτήρι του κηπουρού 6. μτφ. α) (αθλ.) τρόπος λακτίσματος, κατά τον οποίο ο παίκτης ανατρέπει το σώμα του με το κεφάλι προς τα κάτω και χτυπάει την μπάλα στον
    3 KB (225 words) - 06:16, 29 September 2017
  • εμπροσθογεμών όπλων 3. (στην καλαθοσφαίριση) κίνηση με την οποία ο αντίπαλος παίκτης χτυπάει την μπάλα κατά την άνοδό της προς τη στεφάνη για να μην σημειωθεί
    957 bytes (80 words) - 12:57, 29 September 2017
  • η, Ν είδος παιχνιδιού κατά το οποίο ένας παίκτης με δεμένα τα μάτια προσπαθεί να πιάσει έναν από τους συμπαίκτες του. [ΕΤΥΜΟΛ. < τυφλός + μύγα]. Αναζήτηση
    414 bytes (33 words) - 12:47, 29 September 2017
  • ο λαλώ 1. παίκτης μουσικού οργάνου 2. τραγουδιστής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    143 bytes (17 words) - 07:30, 29 September 2017
  • αυτός που παίζει με τη σβούρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < στρόμβος «σβούρα» + παίκτης (πρβλ. οργανο-παίκτης)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    340 bytes (24 words) - 12:32, 29 September 2017
  • το, Ν άκλ. 1. ο αριθμός τών βαθμών, πόντων ή τερμάτων που σημειώνει ένας παίκτης ή μια ομάδα σε αθλητική συνάντηση 2. (κατ' επέκτ.) το αποτέλεσμα σε βαθμούς
    559 bytes (46 words) - 12:29, 29 September 2017
  • ανεπίδεκτος μαθήσεως 4. (για χαρτοπαίκτες) συντηρητικός και επιφυλακτικός παίκτης, ύπουλος, που ενεδρεύει, καραδοκεί 5. φρ. «είναι παλιά καραμπίνα» — είναι
    866 bytes (60 words) - 06:39, 29 September 2017
  • από τον λαιμό, σε απαγχονισμό 3. παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο ο ένας παίκτης γράφει σε χαρτί το πρώτο και το τελευταίο γράμμα μιας λέξης και ο άλλος
    1 KB (118 words) - 07:25, 29 September 2017
  • Παρατηρ. σ. 270. ὁ, Α σφαιριστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < σφαῖρα + παίκτης (< παίζω), πρβλ. οργανο-παίκτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    982 bytes (39 words) - 12:56, 29 September 2017
  • Ν άκλ. 1. είδος στοιχήματος στον ιππόδρομο, κατά το οποίο ο παίκτης κερδίζει στην περίπτωση που το άλογο στο οποίο έχει ποντάρει έλθει μεταξύ τών δύο ή
    934 bytes (74 words) - 12:18, 29 September 2017
  • [Seite 442] ορος, ὁ, = παίκτης, Schol. Theocr. 6, 18. παίκτωρ, -ορος, ὁ (Α) παίκτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < παίζω + επίθημα -τωρ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    409 bytes (27 words) - 12:12, 29 September 2017
  • ομάδα εργατών που αλλάζει βάρδια με άλλη ομάδα 4. το ποσόν που καταθέτει ο παίκτης σε κάθε παρτίδα χαρτιών 5. ναυτ. ο νομέας 6. φρ. «βάζω πόστα» α) αρχίζω
    1,016 bytes (76 words) - 12:20, 29 September 2017
  • ίδιο παιχνίδι, συμπαίκτης, σύντροφος στο παιχνίδι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + παίκτης + επίθημα -τωρ (πρβλ. συμπαίκτωρ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    551 bytes (35 words) - 12:09, 29 September 2017
  • λαγουτιστής και λαβουτιστής, ὁ (Μ) λαγούτο λαουτιέρης, παίκτης λαούτου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    172 bytes (18 words) - 07:27, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)