Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πανοῦργος" on this wiki. See also the other search results found.

  • -γως, Ἀθήν. 407Α. - Καθ’ Ἡσύχ.: «πανοῦργος· πάντα μανθάνων δόλιος, πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος». - Κατὰ Φώτ.: «πανοῦργος: ὁ πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος·
    12 KB (1,088 words) - 14:20, 3 October 2019
  • -α, -ο / πανοῡργος, -ον, ΝΜΑ (ως επίθ. και ως ουσ.) αυτός που είναι ικανός να διαπράξει κάθε είδους απάτη ή μοχθηρή πράξη, πονηρός, δόλιος, απατεώνας (α
    2 KB (138 words) - 12:13, 29 September 2017
  • Étymologie: πανοῦργος. from πανοῦργος; adroitness, i.e. (in a bad sense) trickery or sophistry: (cunning) craftiness, subtilty. πανουργίας, ἡ (πανοῦργος, which
    5 KB (491 words) - 14:10, 3 October 2019
  • adj. P. and V. κακός, κακοῦργος, πανοῦργος, πάγκακος, πονηρός, αἰσχρός, μοχθηρός, φλαῦρος, φαῦλος. impious: P. and V. ἀνόσιος, ἀσεβής, ἄθεος, δυσσεβής
    805 bytes (76 words) - 11:54, 18 August 2019
  • adj. wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πάγκακος, πανοῦργος, φαῦλος, φλαῦρος, ἀνόσιος; see wicked. unfortunate: P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων
    1 KB (153 words) - 11:53, 18 August 2019
  • adj. Wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πανοῦργος, φαῦλος, φλαῦρος, V. παντουργός. Utterly bad: P. and V. πάγκακος, Ar. and P. παμπόνηρος. Unfortunate:
    1 KB (158 words) - 06:40, 10 January 2019
  • V. διπλοῦς (Plat.), P. ἀπατηλός. Cunning: P. and V. ποικίλος (Plat.), πανοῦργος, πυκνός (Plat.), ἐπίτριπτος, V. παλιντριβής, μηχανορράφος, Ar. and V. δόλιος
    470 bytes (50 words) - 09:26, 21 July 2017
  • adj. P. and V. ποικίλος (Plat.), πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός (Plat.), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plat.), V. παλιντριβής, μηχανορράφος. Fem.:
    376 bytes (41 words) - 09:26, 21 July 2017
  • adj. P. and V. κακοῦργος, μοχθηρός, πανοῦργος, ἐπίτριπτος, V. λεωργός, παντουργός. Look up knavish on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    258 bytes (28 words) - 09:45, 21 July 2017
  • adj. P. and V. ποικίλος (Plat.), πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός (Plat.), διπλοῦς (Plat.), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plat.). V. παλιντριβής, μηχανορράφος
    854 bytes (89 words) - 09:26, 21 July 2017
  • Wicked: P. and V. κακός, πάγκακος, πονηρός, μοχθηρός, φαῦλος, φλαῦρος, πανοῦργος, V. παντουργός. P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων, ἀτυχής (rare V.)
    2 KB (215 words) - 09:44, 21 July 2017
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, V. λεωργός, παντουργός, Ar. and V. ἐπίτριπτος; see also cheat, rascal, rogue. Servant: P. and V. ὑπηρέτης
    433 bytes (51 words) - 09:45, 21 July 2017
  • -ή, -ό (AM ἀπατηλός, -ή, -όν) 1. πανούργος, δόλιος, ψεύτικος 2. σφαλερός, λανθασμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    207 bytes (22 words) - 06:56, 29 September 2017
  • adj. P. and V. πανοῦργος, ποικίλος (Plat.), ἐπίτριπτος, πυκνός (Plat.), διπλοῦς (Plat.), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plat.), V. παλιντριβής, μηχανορράφος
    401 bytes (43 words) - 10:09, 21 July 2017
  • adj. Crafty: P. and V. ἐπίτριπτος, πανοῦργος, Ar. and V. δόλιος; see crafty. On the sly: P. and V. λάθρα. Look up sly on Perseus Dictionaries | Perseus
    291 bytes (37 words) - 10:03, 21 July 2017
  • adj. P. and V. ποικίλος, πανοῦργος, δεινός, πυκνός (Plat.), V. μηχανόρραφος, Ar. and V. αἱμύλος (also once in Plat.). Look up artful on Perseus Dictionaries
    282 bytes (36 words) - 09:20, 21 July 2017
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, μιαρός; see villain, rascal. Unhappy man: see wretched, adj. Look up wretch on Perseus Dictionaries |
    274 bytes (34 words) - 10:09, 21 July 2017
  • Σοφ. παντουργός: Soph. = πανοῦργος. παντουργός -όν [~ πανοῦργος] tot alles in staat, misdadig. παντ-ουργός, όν = πανοῦργος, Soph.]
    2 KB (143 words) - 14:15, 14 January 2019
  • ἄδικος, οὐκ ὀρθός, V. ἔκδικος. Wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πανοῦργος; see wicked. Impious: P. and V. ἀνόσιος, ἀσεβής, ἄθεος, δυσσεβής (rare
    3 KB (280 words) - 10:09, 21 July 2017
  • also Ar.), Ar. and V. κέντρων, ὁ (Soph., Frag.), or use adj., P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος. Look up scoundrel on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    298 bytes (42 words) - 11:01, 7 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)