Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "παράλογος" on this wiki. See also the other search results found.

  • επίρρ. παραλόγως, σε Δημ. II.παράλογος, ὁ, ως ουσ., αναπάντεχο ζήτημα, απροσδόκητο θέμα, σε Θουκ.· πολύς, μέγας ὁ παράλογος, το αποτέλεσμα είναι εντελώς
    14 KB (1,173 words) - 14:15, 14 January 2019
  • νεοελλ. 1. μτφ. ο καταστενοχωρημένος, αυτός που δεν έχει διάθεση 2. ο παράλογος (π.χ. άρρωστη φαντασία, άρρωστος εγωισμός) αρχ. ο απρόθυμος. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    792 bytes (57 words) - 06:58, 29 September 2017
  • αρχ. 1. κεραυνόπληκτος, χτυπημένος από κεραυνό 2. τρελός 3. (για ιδέα) παράλογος 4. βλάκας, ανίκανος για οποιαδήποτε αντίδραση («ἠλιθίους και ἐμβρόντητους»)
    545 bytes (42 words) - 07:08, 29 September 2017
  • (AM ἀσυλλόγιστος, -ον) συλλογίζομαι 1. αυτός που δεν είναι λογικός, ο παράλογος 2. ο απερίσκεπτος νεοελλ. αμέριμνος, ξένοιαστος αρχ. εκείνος που δεν μπορεί
    475 bytes (40 words) - 06:59, 29 September 2017
  • (-ονος), -ον (AM ἄφρων) φρην 1. ανόητος, απερίσκεπτος 2. παράλογος, τρελός αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἄφρον η αφροσύνη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    302 bytes (29 words) - 07:00, 29 September 2017
  • γενικότερα, στις αισθήσεις («δύσκολον γερόντιον ὑπόκωφον», Αριστοφ.) αρχ. παράλογος, ασυνάρτητος. επίρρ... ὑπόκωφα Ν (για ήχο) κατά τρόπο υπόκωφο. Αναζήτηση
    628 bytes (51 words) - 12:59, 29 September 2017
  • αναγωγή του συλλογισμού σε κάτι απαράδεκτο αρχ. 1. παράξενος, ασυνήθιστος 2. παράλογος, ανόητος 3. τερατώδης, κακός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    800 bytes (65 words) - 06:59, 29 September 2017
  • η, Ν (ιατρ.-ψυχολ.) παράλογος φόβος για ένα σαφώς καθορισμένο αντικείμενο, μια κατάσταση ή ένα πρόσωπο, φόβος του οποίου τον αδικαιολόγητο χαρακτήρα αναγνωρίζει
    980 bytes (74 words) - 12:51, 29 September 2017
  • η 1. καρφί με ελικοειδείς εγκοπές 2. φρ. α) «είναι βίδα» — είναι παράλογος ή εκκεντρικός β) «του' στρίψε η βίδα» — τρελάθηκε. [ΕΤΥΜΟΛ. < (βεν.) vida].
    430 bytes (33 words) - 06:24, 29 September 2017
  • ακατάλληλο χρόνο, ο παράκαιρος νεοελλ. 1. πρόωρος 2. άγουρος 3. αδικαιολόγητος, παράλογος αρχ. 1. αυτός που γίνεται ενοχλητικός με το να κάνει ή να πει κάτι τη στιγμή
    1 KB (85 words) - 06:35, 29 September 2017
  • subs. P. ἔγερσις, ἡ. Met., surprise: P. παράλογος, ὁ. Theirs was a rude awakening: P. ὁ παράλογος αὐτοῖς μέγας ἦν (Thuc. 7, 55). Look up awakening on
    325 bytes (40 words) - 09:22, 21 July 2017
  • αυτός που δεν συμφέρει, ανώφελος, επιζήμιος 2. ο ακατάλληλος αρχ.-μσν. παράλογος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    316 bytes (31 words) - 06:59, 29 September 2017
  • new: P. and V. νέον τι, καινόν τι. The surprises of war: P. τοῦ πολέμου ὁ παράλογος (Thuc. 1, 78). (In military sense), surprise of a position: P. κλοπή, ἡ
    2 KB (199 words) - 10:05, 21 July 2017
  • μτφ. α) ανούσιος, μονότονος, κρύος («κωμικοὶ ὑπόψυχροι», λεξ. Σούδα) β) παράλογος, ανόητος, γελοίος («ζήτημα ὑπόψυχρον», Ερμογ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + ψυχρός
    673 bytes (44 words) - 12:53, 29 September 2017
  • 4. φρ. «είναι για τα πανηγύρια» α) (για πρόσ.) είναι χωρίς υπόληψη ή παράλογος, ανόητος, για γέλια β) (για πράγμα) είναι άθλιας ποιότητας, ασήμαντο, ευτελές
    2 KB (134 words) - 12:03, 29 September 2017
  • αντιλογία, αντίρρηση μσν. μήνυμα, ανακοίνωση αρχ. (-ος, -ον) ο αντιφατικός, ο παράλογος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    418 bytes (33 words) - 06:55, 29 September 2017
  • ἀλογίζομαι (Μ) ἄλογος είμαι παράλογος, φέρομαι παράλογα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    142 bytes (16 words) - 06:42, 29 September 2017
  • -ή, -ό παράλογος αυτός που αντιβαίνει στη λογική, ο παράλογος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    144 bytes (19 words) - 12:13, 29 September 2017
  • η Ιατρ. παράλογος, υποχονδριακός φόβος απέναντι στα ρεύματα του αέρα ή, γενικά, απέναντι στον ψυχρό αέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. aerophobia, νεολατιν. επιστημον. όρος
    660 bytes (37 words) - 06:18, 29 September 2017
  • αυτός που στερείται λογικής 3. ο αντίθετος ή ο μη σύμφωνος με τη λογική, παράλογος 4. το ουδ. ως ουσ. το άλογο(ν) αρχ. 1. ο αδύναμος, ο αδέξιος στην έκφραση
    2 KB (153 words) - 12:20, 14 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)