Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "παραδοχή" on this wiki. See also the other search results found.

  • обиходная форма. παραδοχή -ῆς, ἡ [παραδέχομαι] ontvangst:. πάτριοι παραδοχαί wat van de voorvaderen is ontvangen Eur. Ba. 201. παραδοχή, ἡ, παραδέχομαι
    6 KB (414 words) - 05:00, 10 January 2019
  • αποδέχομαι 1. το να γίνεται δεκτό κάτι που επιστρέφεται, η παραλαβή 2. η παραδοχή, η συγκατάθεση νεοελλ. στον πληθ. οι αποδοχές το σύνολο της αμοιβής υπαλλήλου
    644 bytes (52 words) - 06:21, 29 September 2017
  • η (AM ἐξομολόγησις) εξομολογώ 1. πλήρης ομολογία, παραδοχή 2. αποκάλυψη και παραδοχή πταισμάτων και αμαρτιών στον πνευματικό (κατά το μυστήριο της εξομολογήσεως
    595 bytes (43 words) - 06:30, 29 September 2017
  • προσώπων, πραγμάτων ή παραστάσεων μετά από νέα επαφή με αυτά νεοελλ. 1. παραδοχή, αποδοχή, ομολογία, επιβεβαίωση 2. αποδοχή του κύρους κάποιου 3. (ως στρ
    805 bytes (64 words) - 06:53, 29 September 2017
  • οποίο ανακοινώνεται ότι εγκρίνεται κάτι αρχ. 1. (για αθλητές) εξέταση, παραδοχή με εκλογή 2. το σημείο όπου ενώνεται ο μηρός με τον γλουτό. Αναζήτηση
    558 bytes (47 words) - 07:05, 29 September 2017
  • αρχικές προτάσεις τών συλλογισμών («συλλογισμὸς ἐξ ὑποθέσεως», Αριστοτ.) β) η παραδοχή της ύπαρξης θεμελιωδών αντικειμένων σε έναν τομέα του επιστητού 21. φρ
    7 KB (540 words) - 12:47, 29 September 2017
  • διακήρυξη με παρρησία της χριστιανικής πίστης) νεοελλ. 1. (νομ.) αποκάλυψη ή παραδοχή γεγονότος βλαπτικού για εκείνον που ομολογεί, εν όψει ή εξ αφορμής ή κατά
    5 KB (362 words) - 12:45, 15 February 2019
  • τα επάνω, ανάρτηση μέλους του σώματος με επίδεσμο ή ιμάντα, κρέμασμα 2. παραδοχή, αναγνώριση παιδιού στην οικογένειά του 3. απόκτηση γνώσης 4. ανάκτηση
    2 KB (166 words) - 06:53, 29 September 2017
  • ινδ. ejati «κινούμαι, ανεβαίνω» κ.ά.). Σε διαφορετική ετυμολογία οδηγεί η παραδοχή άμεσης ετυμολογικής σχέσεως μεταξύ δυο γνωστών επιθέτων του Απόλλωνος,
    2 KB (171 words) - 09:00, 23 December 2018
  • τρεῑς ἴσως ἢ τέτταρας», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά γενική παραδοχή προέρχεται από τον τ. FίσFος, για την προέλευση του οποίου όμως υπάρχουν
    8 KB (595 words) - 15:15, 15 January 2019
  • είσπραξη μέρους από οφειλόμενο ποσό αρχ. 1. αποκλεισμός, παρεμπόδιση 2. παραδοχή 3. σταμάτημα, παύση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    330 bytes (26 words) - 06:57, 29 September 2017
  • ο (φιλοσ.) μεταφυσική παραδοχή έννοιας θεού υπερβατικού, προσωπικού, που διακρίνεται από τον κόσμο και επενεργεί στη ζωή τών ανθρώπων και στη φύση. [ΕΤΥΜΟΛ
    706 bytes (52 words) - 07:17, 29 September 2017
  • η (Α ἀναδοχή) ἀναδέχομαι 1. αποδοχή υποχρεώσεων ή ευθύνης, παραδοχή, αναγνώριση 2. ανάληψη υποχρεώσεων 3. εγγύηση, ασφάλεια αρχ. σειρά, διαδοχή. Αναζήτηση
    367 bytes (29 words) - 06:52, 29 September 2017
  • πίστις, -εως, ΝΜΑ, ιων. τ. γεν. -ιος, Α 1. η αφηρημένη έννοια του πιστεύω, η παραδοχή ενός πράγματος ως αληθινού, εμπιστοσύνη 2. η υποκειμενική βεβαιότητα σχετικά
    9 KB (703 words) - 12:17, 29 September 2017
  • 3. 6, 21· πρὸς ὁμολογίαν παντὸς τοῦ βίου Διογ. Λ. 7. 89. 2) συναίνεσις, παραδοχή, συμφωνία, τῶν ἐπικαλουμένων Ἰσοκρ. 230Α, πρβλ. Πλάτ. Γοργ. 461C, κ. ἀλλ
    17 KB (1,413 words) - 14:05, 3 October 2019
  • ἡ κατάληψις, ἅλωσις αὐτῆς, ὁ αὐτ. ἐν 4. 114, πρβλ. 7. 25. 2) ἀποδοχή, παραδοχή, τὸ λαμβάνειν, κτᾶσθαι, παραλαβή, ἥδιστον ὅτῳ πάρεστι λῆψις ὧν ἐρᾷ καθ’
    7 KB (590 words) - 13:55, 3 October 2019
  • ἐργασίαν, Pol. 5, 100, 4 u. Sp. διαδοχή: ἡ, (διαδέχομαι) ἡ παράλειψις, παραδοχή, δ. νεώς, ἐπὶ τριηράρχου (πρβλ. διαδέχομαι Ι. 2), Δημ. 1206. 10· καὶ ἑπομένως
    19 KB (1,796 words) - 20:55, 9 January 2019
  • νέου παραδοχή, η υποδοχή κάποιου που επιστρέφει 2. η είσοδος της ψυχής στο σώμα 3. δοχείο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + -δοχή (< δέχομαι), πρβλ. παραδοχή, υπο-δοχή
    2 KB (136 words) - 06:56, 1 January 2019
  • ο η παραδοχή, η αναγνώριση της ύπαρξης ελίτ και η ανάλογη συμπεριφορά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    165 bytes (21 words) - 06:28, 29 September 2017
  • the omission of... Ath.11.490f ; κατὰ π. τοῦ εὐκαίρως" Plu.2.1037e ; opp. παραδοχή, Hierocl.in CA 19p.461M.    3 a rhetorical figure, in which a fact is designedly
    3 KB (211 words) - 20:31, 5 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)