Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "παχύαιμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο παχύαιμος -ον [παχύς, αἷμα] met dik bloed.
    1 KB (70 words) - 19:40, 30 December 2020
  • ευρύτατα στην ιατρική ιδίως ορολογία (ἔναιμος, ἔξαιμος, λίφαιμος, ὀλίγαιμος παχύαιμος κ.λπ. στον Ιπποκράτη, εὔαιμος στον Γαληνό κ.λπ.). Σπανιότερα χρησιμοποιείται
    27 KB (1,731 words) - 22:25, 29 December 2020
  • παχύσαρκος, παχύστομος, παχυτράχηλος, παχύφλοιος, παχύφρων, παχύχειλος αρχ. παχύαιμος, παχυβλεφαρία, παχύδενδρος, παχύθριξ, παχυκάλαμος, παχυκάρδιος, παχύκαυλος
    3 KB (157 words) - 12:15, 29 September 2017
  • met dik bloed = παχύαιμος * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe |
    42 bytes (34 words) - 09:50, 10 January 2019