Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πεποίθησις" on this wiki. See also the other search results found.

  • בִּטָּחון, Lob. ad Phryn., p. 295. πεποίθησις: ἡ, πίστη, εμπιστοσύνη, πεποίθηση, σε Καινή Διαθήκη πεποίθησις: εως ἡ тж. pl. 1) доверие, тж. уверенность
    3 KB (319 words) - 13:20, 3 October 2019
  • η / πεποίθησις, -ήσεως, ΝΑ τόλμη, θάρρος που πηγάζει από την πίστη σε κάτι ή από τη βεβαιότητα για κάτι («ἔχομεν τὴν παρρησίαν καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐν πεποιθήσει
    1 KB (83 words) - 13:05, 15 February 2019
  • σταθερόν, ἀσφαλῆ, ὁ αὐτ. Πολ. 503C· πρβλ. Νόμ. 735Α, 790Β. 2) βεβαιότης, πεποίθησις, ὁ αὐτ. Φαίδρ. 277D· ἀσφάλεια, βεβαιότητος ἕνεκα Θουκ. 4. 66. ητος (ἡ) :
    4 KB (310 words) - 06:05, 10 January 2019
  • volle Ueberzeugung, Gewißheit, N. T. πληροφορία: ἡ, πλήρης βεβαιότης, πεποίθησις, Α΄ Ἐπιστ. πρ. Θεσσ. α΄, 5, πρ. Κολ. β΄, 2, πρ. Ἑβρ. ς΄, 11, κτλ.· ― οὕτω
    6 KB (460 words) - 14:20, 3 October 2019
  • τὸν Elmsl.∙ θρ. πολέμων, θάρρος ἐν πολέμῳ, Πίνδ. Π. 2. 116∙ θρ. ἰσχύος, πεποίθησις ἐπὶ τῆς ἰσχύος, Σοφ. Φ. 104∙ θράσει ἀπίστῳ ἐπαιρόμενος Θουκ. 1. 120. ΙΙ
    12 KB (996 words) - 14:05, 2 October 2019
  • ὑψηλαὶ σκέψεις, σχέδια μεγάλα, καὶ περιληπτικῶς, θάρρος, ὑπερηφανία, πεποίθησις, διασείειν τὰ Ἀθηναίων φρον. Ἡρόδ. 6. 109, πρβλ. 3. 122, 125., 9. 54·
    17 KB (1,377 words) - 14:45, 3 October 2019
  • τόδ’ εἶσας αὔχημ’ αὐτόθι 713, πρβλ. Θουκ. 7. 75. ΙΙ. = αὐχή, καύχησις, πεποίθησις εἰς ἑαυτόν, Θουκ. 2. 62., 7. 66: ― Περὶ τοῦ ἐν Πινδ. Π. 1. 180, πρβλ.
    5 KB (448 words) - 17:50, 10 January 2019
  • 2. 5, 16· συγκρ. -ώτερος, ὁ αὐτ. π. Ζ. Μορ. 3. 4, 27· - τὸ θαρσαλέον, πεποίθησις, θάρρος, ἐν τῷ θαρσαλέῳ εἶναι Θουκ. 2. 51, Λυσ. 164. 4· - οὕτως ἐν τῷ
    9 KB (704 words) - 11:25, 26 February 2019
  • περί τινος, εἴς τινα..., π. θεῶν Εὐρ. Μήδ. 414, Ἱππ. 1037· ― καθόλου, πεποίθησις περί τινος πράγματος, βεβαιότης ὑποκειμενική, Πινδ. Ν. 8. 73, καὶ συχν
    43 KB (4,510 words) - 13:50, 3 October 2019
  • full confidence, Porph.Abst.1.50. ἐκθάρρησις: -εως, ἡ, πλήρης, τελεία πεποίθησις, Πορφύριος π. Ἀποχ. Ἐμψύχ. 1. 50. -εως, ἡ confianza, seguridad Porph
    830 bytes (45 words) - 07:06, 29 September 2017
  • «ἢ πεῖσμα, ἢ μίσχος. ἔστι δὲ ἐξ οὗ τὸ φύλλον ἤρτηται». ΙΙ. κατάπεισις, πεποίθησις, Σέξτ. Ἐμπ. π. Π. 1. 18, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 2. 20. 26· μετὰ πείσματος, μετὰ πεποιθήσεως
    13 KB (1,097 words) - 15:35, 2 October 2019
  • ἐπιπειθείη: ἢ -ιη ῑ, ἡ, πεποίθησις, πίστις, ἐλπὶς δὲ πάντας κἀπιπειθείη τρέφει Σιμωνίδης παρὰ Στοβ. τ. 3. σ. 284, ἔκδ. Gaisf.
    252 bytes (21 words) - 10:21, 5 August 2017
  • 722B, Ξεν. Ἀπομν. 1. 7, 5· μετὰ πειθοῦς Πλάτ. Νόμ. 720D. 2) ἡ ἐνδόμυχος πεποίθησις, Αἰσχύλ. Ἀγ. 385. 3) μέσον καταπείσεως, ἐπιχείρημα λογικόν, Εὐρ. Ι. Α
    7 KB (581 words) - 10:00, 13 January 2019
  • Sp. θαρσᾰλεότης: παρὰ νεωτέρ. Ἀττ. θαρραλ-, ητος, ἡ, θάρρος, τόλμη, πεποίθησις, Πλούτ. Αἰμιλ. 36., 2. 443D, κτλ. ion., anc. att. et prose réc. c. θαρραλεότης
    2 KB (107 words) - 23:20, 9 January 2019
  • 1187] ἡ, das Muthfassen, Vertrauen, Thuc. 7, 49. θάρσησις: -εως, ἡ, πεποίθησις ἔν τινι πράγματι, ταῖς ναυσὶ Θουκ. 7. 49. εως (ἡ) : confiance, bon courage
    2 KB (103 words) - 23:30, 9 January 2019
  • (πειθός / πειθώ / πιθός)善於勸導的 8) (ἐπισείω / πείθω)說服 9) (πεισμονή)說服力 10) (πεποίθησις)信賴 11) (πιθανολογία)勸誘遊說 12) (πιστεύω)相信 出現次數:總共(54);太(3);可(1);路(4);徒
    13 KB (1,361 words) - 13:35, 3 October 2019
  • ist des Verses wegen lang.] ὑπεροπλία: ἡ, ὑπερβάλλουσα καὶ ἀλαζονικὴ πεποίθησις εἰς τὰ ὅπλα, αὐθάδεια, θρασύτης, ὑπεροψία, ὑπερηφανία, ᾗς ὑπεροπλίῃσι
    3 KB (205 words) - 02:10, 10 January 2019
  • упование = πεποίθησις Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe |
    44 bytes (37 words) - 22:50, 13 October 2019
  • vertrouwen = πείθω, πεποίθησις, πιστεύω, πίστις, πιστός Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN |
    116 bytes (36 words) - 13:00, 10 January 2019
  • доверие = πιστόν, πίστις, πεποίθησις, θάρσησις, εὐπιστία, πεῖσμα Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site
    144 bytes (42 words) - 08:10, 15 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)