Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "περίβλημα" on this wiki. See also the other search results found.

  • ολοκληρωτικά γύρω γύρω κάτι άλλο, περικάλυμμα, επένδυμα (α. «περίβλημα από μέταλλο» β. «περίβλημα από δέρμα») 2. τεχνολ. κάλυμμα που έχει ως προορισμό τη θερμική
    4 KB (259 words) - 17:50, 10 January 2019
  • το (AM ἔνδυμα) 1. φόρεμα για την κάλυψη του σώματος «ἔνδυμα γάμου» 2. περίβλημα συσκευής μσν.- νεοελλ. τα απαραίτητα ηθικά προσόντα για να εισέλθει κανείς
    469 bytes (41 words) - 06:32, 29 September 2017
  • διάρκεια της ζωής του ατόμου, τρίτο, κύτταρα περιβαλλόμενα από στερεό περίβλημα και, λιγότερο ή περισσότερο, άκαμπτα, τέταρτο, έλλειψη οργάνων κίνησης
    4 KB (275 words) - 12:47, 29 September 2017
  • περικάλυμμα ασπίδας 3. περίβλημα του νωτιαίου μυελού 4. το όστρακο τών οστρακοδέρμων 5. το κέλυφος καρπών, αβγών κ.λπ. 6. το σώμα ως περίβλημα της ψυχής 7. οτιδήποτε
    1 KB (108 words) - 06:39, 29 September 2017
  • βολή 3. τραύμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. βάλλω. ΣΥΝΘ. απόβλημα, έμβλημα, επίβλημα, περίβλημα, πρόβλημα αρχ. αμφίβλημα, αντίβλημα, κατάβλημα, μετάβλημα, σύμβλημα, υπέρβλημα
    970 bytes (61 words) - 07:00, 29 September 2017
  • ωάριο από τη στιγμή που αρχίζει η διαίρεση ώς την απαλλαγή από το εμβρυϊκό περίβλημα κατά τον τοκετό νεοελλ. 1. (για φυτά) το οργανωμένο σωμάτιο μετά τη γονιμοποίηση
    1 KB (80 words) - 07:07, 29 September 2017
  • αποφλοιώνω 2. μέσ. ξεφλουδίζομαι α) αποβάλλω τη φλούδα μου, μού βγάζουν το περίβλημα β) υφίσταμαι αποφλοίωση ή απολέπιση («ξεφλουδίστηκα από τον ήλιο»). [ΕΤΥΜΟΛ
    624 bytes (43 words) - 12:06, 29 September 2017
  • ή και διακοσμεί ένα αντικείμενο («πλαίσιο κεντήματος») 3. διακοσμητικό περίβλημα φωτογραφίας ή ζωγραφικού πίνακα, κν. κορνίζα 4. (οικοδ.) φέρουσα κατασκευή
    5 KB (331 words) - 12:18, 29 September 2017
  • μάχαιραν εἰς τὴν θήκην») 3. σκληρό περίβλημα, όστρακο διαφόρων ζώων νεοελλ. 1. αποθήκη 2. ταμείο 3. δέρμα, περίβλημα (φιδιού, εντόμου) το οποίο αποβάλλεται
    14 KB (940 words) - 13:40, 3 October 2019
  • («ποσὶν... ὑποδήματα δοῡσα», Ομ. Οδ.) 2. πέταλο 3. φρ. α) «ὑπόδημα κοῑλον» — περίβλημα του ποδιού που φτάνει μέχρι τα σφυρά και καλύπτει ολόκληρο το πόδι (Πολυδ
    2 KB (126 words) - 12:43, 29 September 2017
  • περιλαμβάνει, σε ενιαίο σύνολο, βλήμα και προωθητική γόμωση, εγκλεισμένα σε περίβλημα ή σε κάλυκα εφοδιασμένον με εμπύρευμα 2. (ηλεκτρολ.-τεχνολ.) ανταλλακτικό
    1 KB (73 words) - 12:52, 29 September 2017
  • [φύλλοις], ὅταν ἐν κάλυξιν ὦσι», Θεόφρ.) νεοελλ. 1. το πράσινο εξωτερικό περίβλημα του άνθους, που αποτελείται από ένα ή περισσότερα σέπαλα και περικλείει
    3 KB (224 words) - 07:20, 29 September 2017
  • ή αμφορέα που δίνεται ως έπαθλο στους νικητές κάποιου αγώνα 3. ξυλώδες περίβλημα του καρπού πολλών φυτών, δαχτυλήθρα αρχ. 1. είδος ποτηριού κοσμημένου με
    2 KB (138 words) - 07:26, 29 September 2017
  • χιτῶνα», Ομ. Οδ.) 2. (γενικά) πουκάμισο 3. μτφ. κάθε είδους κάλυμμα ή περίβλημα (α. «οι χιτώνες της Γης» — τα ομόκεντρα στρώματα της Γης β. «τὸν ἔσχατον
    6 KB (430 words) - 12:43, 29 September 2017
  • την οποία ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο μσν. φρ. «χοῡς τῆς σαρκός» — το περίβλημα της ψυχής, το σώμα (Μετά Θεοφάν.) αρχ. 1. σκόνη, κονιορτός 2. φρ. «χοῡς
    1 KB (88 words) - 13:01, 29 September 2017
  • (χελώνας, καβουριού, αστακού, σαλιγκαριού κ.λπ.) 2. το σκληρό εξωτερικό περίβλημα του ψημένου ψωμιού 3. ανατολίτικο υψηλό κάλυμμα του κεφαλιού, κουκούλα
    734 bytes (55 words) - 06:38, 29 September 2017
  • σύστημα, τα αισθητήρια όργανα, το δέρμα και τα παράγωγα του 2. εξωτερικό περίβλημα 3. (ως επίρρ.) εξώδερμα και ξώδερμα στην επιφάνεια του δέρματος («τον πήρε
    600 bytes (53 words) - 07:10, 29 September 2017
  • και καψύλιο και καψύλλιο(ν), το 1. το εμπύρευμα. 2. περίβλημα φαρμάκων, κάψουλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. capsule. Η λ., στον λόγιο τ. πληθ. καψύλλια, μαρτυρείται
    584 bytes (46 words) - 07:23, 29 September 2017
  • επικ. και ιων. τ. θώρηξ και αιολ. τ. θόρραξ) 1. μετάλλινο ή δερμάτινο περίβλημα που προφύλασσε το στήθος και τα νώτα τών πολεμιστών 2. το μέρος του σώματος
    4 KB (246 words) - 06:36, 29 September 2017
  • και αρχίζει η αίσθηση της όρασης. Ο υπόλοιπος βολβός είναι ένα ερειστικό περίβλημα που ρυθμίζει τη θρέψη του ματιού και συλλαμβάνει και εστιάζει εικόνες,
    964 bytes (71 words) - 06:26, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)