Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "περίλοιπος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Κάτο περίλοιπος: -ον = περιλιπής, σε Θουκ. περίλοιπος: Thuc., Arph., Luc., Plut. = περιλιπής. περίλοιπος -ον [περιλείπω] resterend. περίλοιπος, ον
    1 KB (82 words) - 05:25, 10 January 2019
  • adj. P. and V. λοιπός, ἐπίλοιπος. Ar. and P. ὑπόλοιπος, περίλοιπος. Look up remaining on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    215 bytes (28 words) - 09:49, 21 July 2017
  • Νόμ. 702Α· ἀπολ., Πολύβ. 1. 73, 2· π. ἔχειν Στράβ. 388. ής, ές : c. περίλοιπος. Étymologie: περί, λείπω. -ές, Α ο υπόλοιπος, αυτός που απέμεινε («παρεσκεύαζον
    2 KB (137 words) - 14:40, 9 January 2019
  • resterend = κατάλοιπος, περιλιπής, περίλοιπος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site
    94 bytes (34 words) - 11:05, 10 January 2019
  • υπόλοιπος αρχ. απόλοιπος, έλλοιπος, κατάλοιπος, πεντέλοιπος, παράλοιπος, περίλοιπος νεοελλ. αποδέλοιπος]. (II) λοιπός (Μ) βλ. λοιπόν. Αναζήτηση σε: Google
    22 KB (2,392 words) - 14:00, 3 October 2019