Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "περιουσία" on this wiki. See also the other search results found.

  • διάσωση κάποιου, επιβίωση, τίς οὖν ἡ ταύτης περιουσία; ποια είναι η πιθανότητα σωτηρίας; σε Δημ. περιουσία: ἡ 1) избыток, изобилие, достаток (χρημάτων
    15 KB (1,267 words) - 12:15, 26 February 2019
  • 2. καταστρέφω, εξοντώνω 3. καταστρέφω οικονομικά κάποιον ή κατασπαταλώ περιουσία 4. καταβάλλω, καταπονώ νεοελλ. διακορεύω, καταστρέφω ηθικά αρχ.-μσν. αφαιρώ
    1,021 bytes (70 words) - 07:00, 29 September 2017
  • αντιδιαστολή προς το αγρός) η ακίνητη περιουσία («ἐπὶ τοσούτοις ἀγροῑς καὶ κτήμασι», Ισαί.) 4. φρ. «κτήματα και χρήματα» — περιουσία σε υποστατικά και χρήματα, Πλάτ
    3 KB (205 words) - 12:35, 15 February 2019
  • ο, θηλ. ιδιοκτήτρια αυτός που έχει στην κατοχή του δική του περιουσία, ο κτήτορας κινητού ή ακίνητου περιουσιακού στοιχείου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ίδιο- + -κτήτης
    638 bytes (44 words) - 07:18, 29 September 2017
  • τα (Α ἀγαθά) (ουδ. πληθ. του επιθ. αγαθός ως ουσ.) πλούτος, περιουσία νεοελλ. μέσα που θεωρούνται κατάλληλα για την ικανοποίηση τών αναγκών του ανθρώπου
    516 bytes (43 words) - 06:30, 29 September 2017
  • η 1. η κινητή ή ακίνητη περιουσία που έχει κάποιος στην κατοχή του («έχει μεγάλη ιδιοκτησία») 2. η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, η κυριότητα («η έκταση αυτή
    604 bytes (50 words) - 07:18, 29 September 2017
  • καὶ κτημάτων κτῆσιν», Πλάτ.) 2. αυτό που κατέχει κάποιος, ιδιοκτησία, περιουσία, κτήμα («κτῆσίν τε ἔχειν τῶν χρυσείων μετάλλων ἐργασίας», Θουκ.) νεοελλ
    1 KB (100 words) - 07:26, 29 September 2017
  • δαπανώ, ξοδεύω ασυλλόγιστα, χωρίς μέτρο, χωρίς φειδώ («σπατάλησε την περιουσία του πατέρα του στα χαρτιά») μσν.-αρχ. ζω άσωτη, ακόλαστη ζωή («ἡ δὲ σπαταλῶσα
    642 bytes (52 words) - 12:30, 29 September 2017
  • το κτήριο της διαμονής, σε αντιδιαστολή με τον οίκο, που δήλωνε όλη την περιουσία, κινητή και ακίνητη, του ιδιοκτήτη 3. οικιακός εξοπλισμός, οικοσκευή 6
    2 KB (162 words) - 12:07, 29 September 2017
  • Λουκιαν.) 2. μεγάλος, σημαντικός, αξιόλογος («έχασε στα χαρτιά ολόκληρη περιουσία») 3. φρ. «εξ ολοκλήρου» ολοσχερώς, εντελώς νεοελλ. 1. (συν. στον εν.) σύμπας
    2 KB (111 words) - 12:20, 14 January 2019
  • μετακινούνται» και, κατ’ επέκταση, την «κινητή περιουσία» (αντίθετα προς τη λ. έγγεια = ακίνητη περιουσία). Η σύνδεση της λ. με τον τ. επιπολή «επιφάνεια»
    2 KB (150 words) - 20:47, 22 December 2018
  • να κάνει τις διάφορες δικαιοπραξίες που αφορούν στο πρόσωπο του ή στην περιουσία του 2. φρ. «δικαστική απαγόρευση» — νόμιμη απαγόρευση αρχ. σωματική κόπωση
    651 bytes (54 words) - 06:23, 29 September 2017
  • ) γυναίκα που κάνει πολλά παιδιά 3. στον πληθ. (τα) χωράφια (διαλ. τ.) περιουσία («παντρεύτηκε μια με πολλά χωράφια») 4. παροιμ. «κάλλιο λόγια στο χωράφι
    1 KB (79 words) - 06:17, 29 September 2017
  • subs. P. εὐπορία, ἡ, ἀφθονία, ἡ, Ar. and P. περιουσία, ἡ. Also with gen. following: P. and V. πλῆθος, τό, V. βάρος, τό. Look up abundance on Perseus |
    280 bytes (35 words) - 09:18, 21 July 2017
  • βροτοῑσι» — δηλώνει ότι η περιουσία έχει ζωτική σημασία για κάθε άνθρωπο (Ησίοδ.) β) «χρήματ' ἀνήρ» — δηλώνει ότι η περιουσία προσδίδει υπόσταση σε έναν
    6 KB (486 words) - 18:42, 6 December 2018
  • ο (θηλ. -ίστρια) 1. αυτός που διαχειρίζεται κάτι, ιδίως ξένη περιουσία 2. υπάλληλος επιφορτισμένος με τη διαχείριση χρημάτων ή υλικού. Αναζήτηση σε: Google
    304 bytes (29 words) - 06:27, 29 September 2017
  • ουσ. τὸ ἐπιπόλαιον το επίπλοον 6. «επιπόλαια χρήματα» επιγρ. η κινητή περιουσία, τα έπιπλα. επίρρ... επιπολαίως και -α επιφανειακά, όχι σε βάθος, ελαφρά
    2 KB (119 words) - 07:12, 29 September 2017
  • οχύρωμα («Φυλὴν χωρίον καταλαμβάνει ὀχυρόν», Ξεν.) 3. κτήμα, κτηματική περιουσία, χωράφι («ἦν τοῡτο Πεισάνδρου τὸ χωρίον», Λυσ.) 4. μικρή πόλη, κωμόπολη
    1 KB (94 words) - 06:15, 29 September 2017
  • χαρτί και κέρδισα») 5. στον πληθ. τα χαρτιά η χαρτοπαιξία («έχασε την περιουσία του στα χαρτιά») 6. φρ. α) «απορροφητικό χαρτί» — πορώδες χαρτί για την
    2 KB (171 words) - 12:47, 29 September 2017
  • ο (AM λῃστής, Α τ. ληϊστής, δωρ. τ. λᾳστής) 1. αυτός που αρπάζει ξένη περιουσία με τη βία, αυτός που διαπράττει ληστεία («πανοῡργον κλῶπα καὶ λῃστήν τινα»
    2 KB (116 words) - 07:32, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)