Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πηγάνιον" on this wiki. See also the other search results found.

  • Gemüsepflanze mit fleischigen Blättern, Theophr.; Nic. Ther. 531 Al. 49. πηγάνιον: [ᾰ], τό, βοτάνη τις ἔχουσα φύλλα σαρκώδη ὡς τὸ πήγανον, Θεόφρ. π. Φυτ
    1 KB (68 words) - 12:17, 29 September 2017
  • -ον, ΜΑ πήγανον 1. ο πηγάνινος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ πηγάνιον το πήγανο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    198 bytes (24 words) - 12:45, 14 January 2019
  • Wildraute (H., Aët.), πηγανέλαιον Rautenöl (Mediz.). Derivative: Davon πηγάνιον n. ib. (Thphr., Nik.); Adj. -ινος, -ειος (Gal.), -όεις (Nik.) ‘zur R. gehörig’
    8 KB (733 words) - 14:12, 3 October 2019