Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πιθήσας" on this wiki. See also the other search results found.

  • v. πίνω. πιθήσας: ὡς εἰ ἐκ ῥήματος πιθέω, ἴδε ἐν λέξ. πείθω. πιθήσας: όπως αν προερχόταν από το πιθέω, μτχ. αορ. αʹ του πείθω. πιθήσας ptc. aor. act
    795 bytes (40 words) - 02:16, 1 January 2019
  • 10, 204. Die Nebenformen des fut. u. aor. πιθήσω u. πιθήσας bei Hom. sind intrans., wie πιθήσας Pind. P. 4, 109 u. πιθήσασα δώροισι Μίνω Aesch. Ch. 609;
    82 KB (8,086 words) - 14:15, 3 October 2019
  • бесстыдный; ἀναιδείης ἐπιβῆναι Hom. предаться бесстыдству; ἀναιδείηφι πιθήσας Hes. и ἀναιδείῃ διαχρεώμενος Her. вследствие своей наглости. ἀναιδής shamelessness
    10 KB (1,014 words) - 13:05, 3 October 2019
  • gerühmt θεοπρόπος, ὃς σάφα θυμῷ είδείη τεράων, Il. 12, 229; θεῶν τεράεσσι πιθήσας, 4, 398 u. öfter; τέρας πολέμοιο, das Schreckenszeichen des nahe bevorstehenden
    28 KB (2,763 words) - 14:30, 3 October 2019
  • -θήσομαι, perf. πέπεισ-μαι (Att.), midd. πείσασθαι (hell.), aor. ptc. πιθήσας (Il.), fut. πιθήσω (φ 369; on the explanation below s. ἀπιθής); act. πείθω
    12 KB (1,293 words) - 15:41, 2 October 2019
  • ἀποπέμπω, ἀπολύω, ἀφίνω τινὰ νὰ ἀπέλθῃ, Μαίον’ ἄρα προέηκε, θεῶν τεράεσσι πιθήσας Ἰλ. Δ. 398· ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν τήνδε θεῷ πρόες, πρόπεμψον τῷ θεῷ, δηλ. τῷ Ἀπόλλωνι
    49 KB (4,586 words) - 12:10, 26 February 2019
  • ἄλγεσι λ. 20.203; πολέμοιο μεθήσετε λ. Il.13.97; ἐν δαῒ λ. 14.387; φρεσὶ λ. πιθήσας 9.119; λ. ἐπέεσσιν 20.109; ἤθεα λ. Hes.Op.525; ποινή ib.754; κόρος Thgn
    13 KB (1,206 words) - 15:10, 2 October 2019
  • καὶ ὀλλυμένων, 4, 451, öfter in dieser Zusammenstellung; Ἕκτωρ ἧφι βίηφι πιθήσας ὤλεσε λαόν, richtete es zu Grunde, 22, 107; πόλιν ἔπραθον, ὤλεσα δ' αὐτούς
    32 KB (3,080 words) - 15:35, 2 October 2019
  • (influido por Ate) Il.19.95 •por agentes humanos ἀασάμην φρεσὶ λευγαλέῃσι πιθήσας Il.9.119 •med.-pas. mismo sent. μέγ' ἀάσθη Il.16.685, Od.4.503, 509, μάλα
    13 KB (1,278 words) - 13:30, 2 October 2019
  • οὐδὲ βίη, εἶδος δὲ μάλα μέγας ἦν ὁράασθαι; 21, 315 χερσίν τε βίηφί τε ἧφι πιθήσας; Iliad. 12, 135 χείρεσσι πεποιθότες ἠδὲ βίηφιν; 15, 139 βίην καὶ χεῖρας
    36 KB (3,920 words) - 13:24, 3 October 2019
  • assumed pres. for the foll. forms, fut. πιθήσεις, aor. part. πιθήσᾶς (for πεπιθήσω see πείθω): obey, Od. 21.369; rely on, part. Α πείθω. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ
    432 bytes (41 words) - 12:17, 29 September 2017